Αρχείο ετικέτας Ριζοσπάστης

Σε αντιστροφη τροχια μισθοι – δικαιωματα και κερδη (Β)

Την τεράστια αύξηση της μερικής απασχόλησης και την καθήλωση των μισθών στα εξευτελιστικά επίπεδα που έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία του ΕΦΚΑ από τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τις επιχειρήσεις τον περασμένο Μάη (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία).

Σύμφωνα με αυτά, ο αριθμός των εργαζομένων με μερική απασχόληση στις κοινές επιχειρήσεις, τον συγκεκριμένο μήνα, ανήλθε στους 715.875 μισθωτούς που αντιστοιχούν στο 28,73% του συνόλου των μισθωτών. Ο μέσος μισθός αυτών των μισθωτών διαμορφώθηκε μόλις στα 409,21 ευρώ μεικτά, όταν μάλιστα οι μέρες απασχόλησης φτάνουν τις 16,58.

Σημειώνεται ότι η συνολική μέση απασχόληση διαμορφώνεται στις 21,2 μέρες και ο μέσος μισθός στα 952,16 ευρώ μεικτά. Δηλαδή, η αμοιβή της μερικής απασχόλησης αντιστοιχεί στο 40% περίπου του μέσου μισθού, όταν οι μέρες απασχόλησης αντιστοιχούν στο 70% της μέσης απασχόλησης, στοιχείο ενδεικτικό για τα πολλαπλά οφέλη του κεφαλαίου από την «ευελιξία» σε βάρος των μισθωτών.

Αναδημοσίευση Αποσπάσματος άρθρου:

Τίτλος αποσπάσματος: “Χρυσωρυχείο για το κεφάλαιο η μερική απασχόληση”

Εφημ.Ριζοσπάστης, 28-12-2019, σελ.09

«Ευελιξια» για 6 στους 10 νεους εργαζομενους

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η «ευελιξία» και η υποαπασχόληση «σπάζουν κόκαλα» στις νέες προσλήψεις που καταγράφονται από το σύστημα «Εργάνη» σε μηνιαία βάση.

Έτσι, τον περασμένο Νοέμβρη στις νέες συμβάσεις εργασίας μόνο το 42,42% ήταν με πλήρη απασχόληση, ενώ οι υπόλοιπες ήταν με μερική (44,63%) και εκ περιτροπής εργασία (12,95%). Μάλιστα, τον ίδιο μήνα, ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων στον ΟΑΕΔ ανήλθε στα 1.083.943 άτομα!

Συνολικά, το 11μηνο Γενάρη – Νοέμβρη 2019 στις νέες συμβάσεις εργασίας μόνο το 45,3% ήταν με πλήρη απασχόληση, το 42,48% με μερική και το 12,22% με εκ περιτροπής εργασία. Να σημειωθεί επίσης ότι ένα μεγάλο μέρος των συμβάσεων εργασίας με πλήρη απασχόληση είναι ορισμένου χρόνου, έχουν δηλαδή ημερομηνία λήξης.

Η τάση αυτή διεύρυνσης της «ευελιξίας» αποτυπώνεται και στο ποσοστό όσων υποαπασχολούνται στο σύνολο του εργατικού δυναμικού, το οποίο κυμαίνεται τα τελευταία χρόνια γύρω από το 30%. Με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, το ποσοστό της υποαπασχόλησης ήταν στο 30,8% (611.854 μισθωτοί) και της πλήρους απασχόλησης στο 69,2%.

Μάλιστα, το 18,28% των μισθωτών εργάζονταν από 1 έως 20 ώρες τη βδομάδα, με το 1/3 αυτών να απασχολούνται από 1 έως 10 ώρες τη βδομάδα, γεγονός που αντανακλάται και στους ιδιαίτερα χαμηλούς μισθούς τους.

Η τεράστια «κινητικότητα» και η προσωρινότητα στην αγορά εργασίας αποτυπώνονται επίσης στο γεγονός ότι το ίδιο 11μηνο έγιναν 2,5 εκατομμύρια απολύσεις, ενώ οι προσλήψεις ανήλθαν σε 2,63 εκατομμύρια!

Αναδημοσίευση Αποσπάσματος άρθρου:

Εφημ.Ριζοσπάστης, 28-12-2019, σελ.09

Σε αντιστροφη τροχια μισθοι – δικαιωματα και κερδη (Α)

Για παράδειγμα, με αφορμή τη δημοσιοποίηση του ετήσιου τεύχους του συστήματος «Εργάνη» για το 2019, ο υπουργός Εργασίας, Γ. Βρούτσης, έσπευσε προκλητικά να πανηγυρίσει για «τις αναπτυξιακές προοπτικές» που «αρχίζουν να αποδίδουν στο σύνολο της απασχόλησης και της οικονομίας»!

Σύμφωνα όμως με τα στοιχεία του «Εργάνη» για το 2019:

  • Ένας στους πέντε μισθωτούς έχει μισθό κάτω από 500 ευρώ μεικτά
  • Τουλάχιστον ένας στους τρεις λαμβάνει μεικτό μισθό μέχρι 700 ευρώ
  • Το συνολικό «κόστος» ανά εργαζόμενο το 2019 υποχώρησε κατά 2,4% σε σχέση με το 2018

Επιβεβαιώνονται δηλαδή η συνεχιζόμενη καθήλωση των μισθών στα επίπεδα των προηγούμενων χρόνων αλλά και η παραπέρα υποχώρησή τους, παρά τη σχετική αύξηση του ΑΕΠ και το πέρασμα της οικονομίας σε φάση ανάκαμψης, έστω και αναιμικής.

Το 35% των μισθωτών κάτω ή στα όρια του κατώτατου μισθού

Πιο αναλυτικά:

  • Το 2019, το 20,46% των μισθωτών (406.416 άτομα) λάμβαναν μηνιαίο μισθό κάτω από 500 ευρώ μεικτά, ποσά που συνδέονται με την υποαπασχόλησή τους (μερική και εκ περιτροπής εργασία).
  • Άλλοι 65.179 μισθωτοί (3,28%) λάμβαναν από 501 έως 600 ευρώ μεικτά και άλλοι 233.116 μισθωτοί (11,74%) είχαν μισθό από 601 έως 700 ευρώ μεικτά.

Δηλαδή, το εισόδημα του 35,38% των μισθωτών (704.711 εργαζόμενοι) κινείται είτε πολύ κάτω είτε γύρω από τα επίπεδα του κατώτατου μισθού!

  • Από 701 έως 800 ευρώ το μήνα λάμβαναν 248.027 μισθωτοί (12,49%), από 801 έως 900 ευρώ 166.389 μισθωτοί (8,38%) και από 901 έως 1.000 ευρώ μεικτά 146.735 μισθωτοί (7,39%).

Εννοείται βέβαια ότι από τα παραπάνω ποσά πρέπει να αφαιρέσει κανείς τις κρατήσεις για τις ασφαλιστικές εισφορές και τους φόρους για να βγάλει τον «καθαρό» μισθό. Το ίδιο ισχύει και για τους μισθωτούς που εμφανίζονται να αμείβονται με μεικτό μισθό 1.000 ευρώ και πάνω. Με την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών και των φόρων, για χιλιάδες απ’ αυτούς ο «καθαρός» μισθός είναι κάτω απ’ αυτό το ποσό.

Αναδημοσίευση Αποσπάσματος άρθρου:

Τίτλος αποσπάσματος:“Κάλπικη προπαγάνδα”

Εφημ.Ριζοσπάστης, 28-12-2019, σελ.09

Ο ενας εκοβε και ο αλλος εραβε…

Στη συνέχεια, με τους νόμους 3863 και 3865 το 2010 (νόμοι Λοβέρδου – Κουτρουμάνη), τον νόμο 4093 το 2012 (νόμος Βρούτση) και τελικά τους νόμους 4336 το 2015 του ΣΥΡΙΖΑ και τον νόμο 4387 το 2016 (νόμος Κατρούγκαλου), ο οποίος αποτελεί τη συμπύκνωση και κορύφωση όλων των προηγούμενων ανατροπών, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης θα απογειωθούν στα 67 έτη, η κύρια σύνταξη θα διαχωριστεί σε «εθνική» και «ανταποδοτική», το ύψος των συντάξεων θα μειωθεί δραστικά, τα 40 χρόνια εργασίας για το δικαίωμα στην πλήρη σύνταξη θα μονιμοποιηθούν, ενώ θα περικοπεί παραπέρα και η κρατική χρηματοδότηση, η οποία πλέον θα περιοριστεί μόνο στην «εθνική σύνταξη».

Όλα αυτά τα μέτρα σε συνδυασμό θα ανοίξουν το δρόμο για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, που πλέον αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας τώρα η ΝΔ.

Απ’ αυτή την άποψη, το νομοσχέδιο Γιαννίτση ήταν η πρώτη «δομική μεταρρύθμιση» (όπως τη χαρακτηρίζει και η πρόσφατη μελέτη του ινστιτούτου των βιομηχάνων, του ΙΟΒΕ), η οποία αποτέλεσε τον οδηγό για την ενιαία κλιμάκωση της επίθεσης από όλες τις κυβερνήσεις ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ από το 2010 μέχρι σήμερα.

Ως τέτοια, έχει σημασία να υπενθυμίσουμε τα βασικά μέτρα που προέβλεπε, καθώς ακόμα και σήμερα οι αντίπαλοι της δημόσιας Κοινωνικής Ασφάλισης την εμφανίζουν ως… «χαμένη ευκαιρία», που αν είχε εφαρμοστεί δήθεν θα «έσωζε τις συντάξεις»! Εμφανίζουν δηλαδή ως… «σωτηρία» της Κοινωνικής Ασφάλισης το γκρέμισμά της μια ώρα αρχύτερα!

Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο Γιαννίτση προωθούσε:

  • Αύξηση στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα για άνδρες και γυναίκες στα 65 χρόνια, όπως εκείνη τη χρονική στιγμή ίσχυε για τους πρωτοασφαλιζόμενους μετά την 1/1/1993.
  • Αύξηση για όλους τους ασφαλισμένους των ελάχιστων αριθμών ενσήμων από τα 4.050 στα 4.500 ένσημα (15ετία) για την κατοχύρωση ασφαλιστικού δικαιώματος, επεκτείνοντας και εδώ όσα είχαν νομοθετηθεί το 1992 για τους «νέους» ασφαλισμένους.
  • Την κατάργηση της 35ετίας προκειμένου να εξασφαλίζεται το δικαίωμα σε πλήρη σύνταξη, θεσμοθετώντας τα 40 χρόνια ασφάλισης (12.000 ένσημα).
  • Μείωση των συντάξεων με τη μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης (στο 60% από το 80%), καθώς και του συντάξιμου μισθού.
  • Επανεξέταση του καθεστώτος των ΒΑΕ και αποχαρακτηρισμός μιας σειράς ειδικοτήτων και επαγγελμάτων.
  • Μείωση της κρατικής χρηματοδότησης.

Αναδημοσίευση αποσπάσματος:

Εφημ. Ριζοσπάστης, 07-12-2019, σελ.09

Δυο εμβληματικες παρεμβασεις για την αντιλαϊκη κλιμακωση

Ακολούθησαν δύο εμβληματικές παρεμβάσεις, οι οποίες αν και δεν εφαρμόστηκαν άμεσα, εντούτοις έθεσαν τις βάσεις για όλες τις ανατροπές που ακολούθησαν. Πρόκειται για το Πόρισμα της Επιτροπής Σπράου το 1997 υπό τον τίτλο «Οικονομία και Συντάξεις: Συνεισφορά στον Κοινωνικό Διάλογο» (!) και το νομοσχέδιο Γιαννίτση το 2001.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το πρώτο ήταν το «θεωρητικό μανιφέστο» των εκκολαπτόμενων ανατροπών και το δεύτερο η πρακτική αποτύπωσή τους.

«Κόκκινη γραμμή» που διατρέχει την Εκθεση Σπράου, ως πάτημα για την αντιασφαλιστική κλιμάκωση, είναι ο «δημογραφικός» και «δημοσιονομικός κίνδυνος», η αναμενόμενη αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ, καθώς πλέον το ασφαλιστικό σύστημα «ωρίμαζε» και έπρεπε να πληρωθούν ασφαλιστικά δικαιώματα. Οι ίδιοι «κίνδυνοι» αξιοποιούνται μέχρι και σήμερα ως «μπαμπούλες» για να διευκολυνθεί η προώθηση των αντιασφαλιστικών χτυπημάτων.
Οσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα, προτείνονταν: Η «ανάγκη επανεξέτασης της λειτουργίας των κατωτάτων ορίων» και για τους πριν το 1993 ασφαλισμένους η αποσύνδεσή τους από έναν συγκεκριμένο αριθμό ημερομισθίων, καθώς και η «εξέταση της μη χορήγησης κατώτερων ορίων (ή χορήγησης τμηματικά) αv η συνταξιοδότηση επέρχεται οικειοθελώς πριν την συμπλήρωση του κανονικού ορίου ηλικίας» και ακόμα η «εξέταση της σταδιακής μετεξέλιξης των κατώτατων ορίων προς την κατεύθυνση της Εθνικής Σύνταξης». Η πρόταση για τη λεγόμενη «εθνική σύνταξη» – δηλαδή για μια πραγματική σύνταξη πείνας η οποία τελικά θα είναι η μόνη για την οποία θα υπάρχει κρατική εγγύηση – αν και τότε αναβλήθηκε, θα αποτυπωθεί στη συνέχεια στον νόμο 3863/2010 του ΠΑΣΟΚ και θα εφαρμοστεί, μαζί με την κατάργηση των κατώτερων ορίων, με τον νόμο Κατρούγκαλου το 2016!

Επιπλέον, η Εκθεση υπογράμμιζε την «ανάγκη επιμήκυνσης του εργασιακού βίου», μέσα από: «Εξάλειψη αντικινήτρων παραμονής στην εργασία. Εξέταση περιπτώσεων συνταξιοδότησης χωρίς όριο ηλικίας. Εξέταση ειδικών περιπτώσεων κλάδων εργαζομένων με χαμηλά όρια ηλικίας. Εξέταση περιπτώσεων ειδικής μεταχείρισης μητέρων. Εξέταση εξίσωσης γενικών ορίων ανδρών – γυναικών. Εξέταση αύξησης γενικών ορίων». Και ακόμα προέβλεπε: «Κατάργηση του συστήματος Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, μαζί με το επασφάλιστρo για τους εργαζόμενους με λίγα χρόνια. Αυστηρoπoίηση των συντάξεων αναπηρίας». Για την ιδιωτική ασφάλιση σημείωνε χαρακτηριστικά: «Η επαγγελματική ιδιωτική ασφάλιση θα μπορούσε να παίξει έναν ιδιαίτερα χρήσιμο ρόλο. Η θεσμοθέτηση ενός τέτοιου πλαισίου πρέπει να θεωρείται εξαιρετικά επείγουσα…».

Το νομοσχέδιο Γιαννίτση, που θα ακολουθήσει τον Απρίλη του 2001, θα συναντήσει σοβαρές κοινωνικές αντιστάσεις. Υστερα από μεγαλειώδεις απεργίες και κινητοποιήσεις, στις οποίες έβαλε αποφασιστική σφραγίδα το ΠΑΜΕ, το οποίο μέτραγε δύο χρόνια ζωής, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα το αποσύρει.

Όμως, παρά την απόσυρσή του, οι ανατροπές που προέβλεπε, τελικά, θα εφαρμοστούν τα επόμενα χρόνια: Αρχικά με τον νόμο 3029 το 2002 (νόμος Ρέππα) που εκτός της αύξησης των ορίων ηλικίας, τη μείωση των συντάξεων, θα θεσμοθετήσει για πρώτη φορά και τα Επαγγελματικά Ταμεία. Παραπέρα, με τον νόμο 3655 το 2008 (νόμος Πετραλιά), ο οποίος μεταξύ άλλων, με σαρωτικές ενοποιήσεις σε όλα τα Ταμεία, θα συρρικνώσει παροχές και συντάξεις και θα καταργήσει σταδιακά το καθεστώς συνταξιοδότησης των εργαζόμενων μητέρων, αυξάνοντας μέχρι και 15 χρόνια την ηλικία συνταξιοδότησής τους.

Αναδημοσίευση αποσπάσματος:

Εφημ. Ριζοσπάστης, 07-12-2019, σελ.09

Τρεις δεκαετιες αντιασφαλιστικου οδοστρωτηρα

Η ενιαία και σχεδιασμένη επίθεση, το «τελευταίο βήμα» της οποίας φιλοδοξεί να κάνει η σημερινή κυβέρνηση, μετράει ήδη 3 δεκαετίες, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, λίγο μετά το Μάαστριχτ, όταν η ΕΕ και όλα τα επιτελεία του κεφαλαίου ανέδειξαν το Ασφαλιστικό σε… πρώτο «δημόσιο κίνδυνο», που έπρεπε να αντιμετωπιστεί με κάθε τρόπο.

Πολύ πριν από την εκδήλωση της τελευταίας γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης, στις συνθήκες της οποίας το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του βρήκαν την ευκαιρία να επιταχύνουν την επίθεση, ο πόλεμος που είχαν κηρύξει στα ασφαλιστικά δικαιώματα εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων, αγροτών και συνταξιούχων, ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Ένας πόλεμος με σαφή στόχευση: Την απαλλαγή του κεφαλαίου και του κράτους του από το «κόστος» της Κοινωνικής Ασφάλισης και το ταυτόχρονο άνοιγμα ενός τεράστιου πεδίου κερδοφορίας για τα μονοπώλια.

Αυτήν ακριβώς τη στόχευση του κεφαλαίου υπηρέτησαν όλες οι κυβερνήσεις του, σοσιαλδημοκράτες, κεντροαριστεροί, δεξιοί, νεοφιλελεύθεροι και φυσικά η «πρώτη φορά Αριστερά»…

Αρχίζοντας με τον νόμο 2084/1992 του Σιούφα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, «ο ένας έκοβε και ο άλλος έραβε» όλα αυτά τα χρόνια, για να φτάσουμε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που ενσωμάτωσε όλες αυτές τις αντιλαϊκές ανατροπές δεκαετιών και τις βάθυνε ακόμα παραπέρα με τον περιβόητο νόμο Κατρούγκαλου.

Με τον νόμο Σιούφα ήδη από το 1992, αυξήθηκαν για τους νεοεισερχόμενους στην εργασία τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη για άνδρες και γυναίκες, μειώθηκαν τα ποσοστά αναπλήρωσης με μέγιστο ποσοστό το 60% για τις κύριες συντάξεις (35 χρόνια εργασίας) και το 20% για τις επικουρικές. Εφαρμόστηκε δηλαδή η μέθοδος «σαλαμοποίησης» των μέτρων, ώστε να καμφθούν οι αντιδράσεις των ήδη ασφαλισμένων. Ταυτόχρονα, επιβλήθηκε δραστική μείωση στα κατώτερα όρια συντάξεων, τα οποία αποσυνδέθηκαν από τα 20 ημερομίσθια του ανειδίκευτου εργάτη. Το μέτρο αυτό θα οδηγήσει σύντομα στην κατάρρευση των κατώτερων συντάξεων και στην ανάγκη θεσμοθέτησης του ΕΚΑΣ, προκειμένου οι συνταξιούχοι να μη λιμοκτονούν, με δεδομένο ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των τότε συνταξιούχων λάμβαναν τα κατώτερα όρια, καθώς παρότι είχαν δουλέψει και μάλιστα για πολλές δεκαετίες, εξαιτίας του μεγάλου ποσοστού ανασφάλιστης εργασίας στην πράξη δεν διέθεταν αρκετά ένσημα.  

Αναδημοσίευση Αποσπάσματος Άρθρου:

Εφημ. Ριζοσπάστης, 07-12-2019, σελ. 09

Συνταξεις – φιλοδωρηματα

Η πραγματικότητα που διαμορφώνουν για τους συνταξιούχους οι αντιασφαλιστικοί νόμοι της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «Ηλιος» για το Δεκέμβρη του 2018 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία), από όπου προκύπτει πως 4 στις 10 κύριες συντάξεις ήταν κάτω από 500 ευρώ μεικτά. Συγκεκριμένα:

  • Σε σύνολο 2.825.931 κύριων συντάξεων που καταβλήθηκαν το Δεκέμβρη του 2018, οι 1.138.940 (ποσοστό 40,3%) ήταν κάτω από 500 ευρώ μεικτά και η μεγάλη μάζα συγκεντρωνόταν γύρω από τα ποσά των 330 – 390 ευρώ!
  • Επιπλέον, 953.817 κύριες συντάξεις κυμαίνονταν από 501 έως 1.000 ευρώ μεικτά και συνολικά σχεδόν 3 στις 4 συντάξεις (73,3%) βρίσκονταν κάτω από το ποσό αυτό, ενώ ο μέσος όρος αυτών των συντάξεων βρισκόταν γύρω στα 700 ευρώ μεικτά.
  • Η μέση κύρια σύνταξη διαμορφωνόταν μόλις στα 724,41 ευρώ μεικτά, η μέση επικουρική στα 172,42 ευρώ μεικτά και το μέσο μέρισμα των δημοσίων υπαλλήλων στα 98,05 ευρώ μεικτά.
  • Το μέσο μηνιαίο εισόδημα των 2.555.049 συνταξιούχων της χώρας ανερχόταν στο τέλος του 2018 στα 828,7 ευρώ προ φόρου.
  • Το συνολικό κονδύλι για τις συντάξεις, κύριες και επικουρικές, καθώς και για τα μερίσματα, τον ίδιο μήνα ανήλθε στα 2,117 δισ. ευρώ προ φόρου.
  • Σε ό,τι αφορά το εισόδημα από συντάξεις, το 26,5% (676.099 συνταξιούχοι) είχαν μεικτό εισόδημα κάτω από 500 ευρώ. Ακόμα 297.849 συνταξιούχοι είχαν εισόδημα από 501 έως 600 ευρώ μεικτά, 225.456 συνταξιούχοι από 601 έως 700 ευρώ μεικτά, ενώ 174.078 συνταξιούχοι από 701 έως 800 ευρώ μεικτά. Δηλαδή 1.373.482 συνταξιούχοι, το 53,8% του συνόλου, είχαν εισόδημα κάτω από 800 ευρώ μεικτά.

Όσον αφορά τις συντάξεις ανά Ταμείο, όπως πάντα η χαμηλότερη σύνταξη αποδίδεται στους αγρότες του πρώην ΟΓΑ, με τη μέση σύνταξη να ανέρχεται στα 414,8 ευρώ. Η μέση σύνταξη των 850.163 συνταξιούχων του ΙΚΑ διαμορφώθηκε στα 576,4 ευρώ προ φόρου. Στα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνονται οι κρατήσεις υπέρ Υγείας και ΑΚΑΓΕ. Επίσης, η μέση σύνταξη του ΙΚΑ (με βάση τον νόμο 4387 – νέοι συνταξιούχοι) ήταν ακόμα χαμηλότερη και ανερχόταν στα 535 ευρώ. Η μέση σύνταξη των 338.276 συνταξιούχων του πρώην ΤΕΒΕ ανήλθε στα 699,7 ευρώ και του ΝΑΤ στα 833,1 ευρώ. Τέλος, η μέση σύνταξη των 444.252 συνταξιούχων του Δημοσίου διαμορφώθηκε στα 992,8 ευρώ.

Αναδημοσίευση άρθρου:

Εφημ.Ριζοσπάστης, 21-10-2019, σελ.09