ΥΠΟΜΝΗΜΑ για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού

Το παρόν υπόμνημα συντάχθηκε από την συνδικαλιστική μας οργάνωση, παράταξης εντός του σωματείου με τίτλο «Σύλλογος Υπαλλήλων Δήμου Ροδίων», με σκοπό να αντικρούσει πλήρως –σε νομικό, συνταγματικό και ευρωπαϊκό επίπεδο– τα επιχειρήματα της πλευράς του Δημοσίου, όπως αυτό εκπροσωπήθηκε από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Ι. Εισαγωγή – Υπόθεση και Εισήγηση ΣτΕ

Στην παρούσα υπόθεση εξετάστηκε  η συνταγματικότητα και η νομιμότητα της επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού (επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και θερινής αδείας) των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία επήλθε με το άρθρο πρώτο παρ. Γ υποπ. Γ1 του ν. 4093/2012 από 1.1.2013.

Το Τμήμα ΣΤ του ΣτΕ ΄ (π.χ. 3037/2017) χαρακτήρισε την πλήρη κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού ως «υπέρμετρη» και αντίθετη στις αρχές ισότητας και αναλογικότητας, παραπέμποντας το ζήτημα αυτό στην Ολομέλεια. Η Ολομέλεια 1307/2019 απέρριψε τις τότε ασκηθείσες αγωγές για τυπικούς –κι όχι ουσιαστικούς– λόγους, με ισχυρή μειοψηφία υπέρ της επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού. Συνεπώς το θέμα παραμένει ανοικτό και η αντισυνταγματική παράλειψη παράγει διαρκώς ζημία, θεμελιώνοντας συνεχή αξίωση αποζημίωσης από το 2022 και μετά.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), με εισηγητή τον Σύμβουλο Επικρατείας κ. Ιωάννη Μιχαλακόπουλο, συζήτησε πιλοτικά την υπόθεση στις 06-06-2025, κατόπιν νέας αγωγής δημοσίου υπαλλήλου και παρέμβασης της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. υπέρ αυτού.

ΙΙ. Αντίκρουση επιχειρημάτων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

1. Η Οδηγία 2022/2041/ΕΕ και η ενσωμάτωσή της – Ελλιπής συμμόρφωση – Αναδρομικότητα.

Η άποψη ότι η Οδηγία 2022/2041/ΕΕ (για επαρκείς κατώτατους μισθούς) έχει ήδη πλήρως υλοποιηθεί με τον ν. 5163/2024, δεν ευσταθεί. Πράγματι, ο νόμος αυτός ενσωμάτωσε την εν λόγω Οδηγία θεσπίζοντας νέο μηχανισμό καθορισμού του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου με σκοπό για δίκαιους μισθούς, οι οποίοι θα επιτρέπουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους τους εργαζομένους.

Όμως, η ως άνω ενσωμάτωση ήταν εκπρόθεσμη, ελλιπής και μη σύμφωνη με το αποτέλεσμα αυτής. Συγκεκριμένα:

Α) Η Οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 14-11-2022, δηλ. έπειτα από 20 ημέρες της ημερομηνίας δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 18 αυτής. Όμως, η ενσωμάτωσή της πραγματοποιήθηκε εκπρόθεσμα στις 06-12-2024 με την ψήφιση του ν. 5163/2024, δηλ. σχεδόν ένα μήνα μετά την λήξη της προθεσμίας ενσωμάτωσης, αποδεικνύοντας παράβαση του άρθρου 258 ΣΛΕΕ.

Β) Η πρακτική εφαρμογή της Οδηγίας στο δημόσιο τομέα παραμένει ελλιπής, καθώς η καταβολή του του 13ου και 14ου μισθού συνεχίζει να απουσιάζει από το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα όπου τα εν λόγω μισθοί συνυπολογίζονται στον κατώτατο εγγυημένο μισθό τους.

Γ) Οι Οδηγίες, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, είναι «δεσμευτικές ως προς το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί» για τα κράτη-μέλη, δίχως να καθορίζεται η μορφή ή τα μέσα υλοποίησης αυτής σε εθνικό επίπεδο. Τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο για την πλήρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις πράξεις των οργάνων της Ένωσης, μεταξύ των οποίων εμπίπτει και η υποχρέωσή τους να μην υπονομεύουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η Οδηγία.

Καθότι η Οδηγία 2022/2041/ΕΕ δεσμεύει ως προς το αποτέλεσμα από την 14-11-2022, οποιαδήποτε απαίτηση επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού μπορεί να τοποθετηθεί αναδρομικά από αυτήν την ημερομηνία, δεδομένου ότι το κράτος-μέλος οφείλει να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα τόσο πριν όσο και μετά την περίοδο ενσωμάτωσης. Η συνέχιση της περικοπής του 13ου και 14ου μισθού, ιδίως στον δημόσιο τομέα, παραβιάζει την υποχρέωση αυτή, με αποτέλεσμα η ζημία των δημοσίων υπαλλήλων στο διάστημα 2022-2024 να θεμελιώνει αποζημίωση χωρίς να απαιτείται άμεσο αποτέλεσμα. Η συνεχιζόμενη εφαρμογή του ν. 4093/2012, η οποία μηδένισε τον 13ο – 14ο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων υπονομεύει ευθέως τον ως άνω σκοπό διότι τους στερεί περίπου 14% του ετήσιου εισοδήματός τους.

Σύμφωνα με το καθεστώς stand-still (Inter-Environnement Wallonie) και την νομολογία Francovich περί κρατικής ευθύνης, οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να διεκδικήσουν όλη την ζημία, την οποία υπέστησαν σωρευτικά από την 14-11-2022 (ημερομηνία ισχύος της Οδηγίας 2022/2041/ΕΕ) έως την λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της (15-11-2024). Η εν λόγω ζημία ετησίως είναι το κεφάλαιο των μη καταβληθέντων «δύο μισθών» πλέον των νόμιμων τόκων, οι οποίοι συντρέχουν στο ίδιο διάστημα.

Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν επιπλέον τους ν. 4354/2015, ν. 5045/2023 και ν. 5163/2024 «κατά το δυνατόν» σύμφωνους με την Οδηγία, δηλαδή υπέρ της καταβολής επαρκών ετήσιων αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων του 13ου και 14ου μισθού, όπως ισχύει και στον ιδιωτικό τομέα. Η παράλειψη αυτή συνιστά παραβίαση της αρνητικής υποχρέωσης του Δημοσίου και δημιουργεί διαρκή ζημία αποκλειστικά και μόνο στους υπαλλήλους του δημοσίου τομέα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ίδια η Οδηγία και ο Ευρωπαϊκός Πυλώνας Κοινωνικών Δικαιωμάτων (Αρχή 6) επισημαίνουν ρητά πως οι εργαζόμενοι δικαιούνται δίκαιη αμοιβή, η οποία θα εξασφαλίζει αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Η δε Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σε γνωμοδότησή της για το σχέδιο νόμου ενσωμάτωσης, τόνισε ότι οι επαρκείς κατώτατοι μισθοί εγγυώνται αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και βελτιωμένες συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων. Εφόσον, λοιπόν, το Δημόσιο επέλεξε να μην επαναφέρει τον 13ο και 14ο μισθό στους δημοσίους υπαλλήλους κατά την ενσωμάτωση, η συμμόρφωση με το αποτέλεσμα της Οδηγίας έχει παραβιαστεί.

Ο προσφεύγων δημόσιος υπάλληλος επικαλείται ευθέως τις διατάξεις Ευρωπαϊκού Δικαίου –ιδίως τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και την Οδηγία 2022/2041/ΕΕ– θεωρώντας ότι η παράλειψη επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού αντίκειται στο δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και στην «αρχή της μη οπισθοδρόμησης» στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων. Κατά το άρθρο 51 του Χάρτη, τα κράτη δεσμεύονται από αυτόν όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ. Εν προκειμένω, η ρύθμιση των κατώτατων αποδοχών, έστω και στο Δημόσιο, εμπίπτει στο πεδίο πολιτικής που ρυθμίζει η Οδηγία 2022/2041/ΕΕ. Η παράλειψη του νομοθέτη να αποκαταστήσει μια τόσο σημαντική παράμετρο του κατώτατου εισοδήματος των δημοσίων (δύο επιπλέον μισθούς) μπορεί να εκληφθεί ως ελλιπής εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, παραβιάζοντας το άρθρο 288 ΣΛΕΕ.

Επιπλέον, σημειώνεται ότι η Οδηγία 2022/2041/ΕΕ δεν κάνει διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα ως προς το πεδίο προστασίας, καθώς καλύπτει όλους τους “εργαζομένους” με έμφαση όπου υπάρχει κενό συλλογικών διαπραγματεύσεων. Στην Ελλάδα, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν καλύπτονται από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και επομένως εμπίπτουν στον μηχανισμό νομοθετικού καθορισμού κατώτερου μισθού, τον οποίο ρυθμίζει η Οδηγία. Η μη παροχή του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο συνιστά ουσιώδη απόκλιση εις βάρος μιας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων (δημόσιοι υπάλληλοι), υπονομεύοντας τον στόχο της Οδηγίας για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των εργαζομένων.

Συμπερασματικά, το επιχείρημα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους πως “η Οδηγία εφαρμόστηκε, άρα δεν τίθεται θέμα” απορρίπτεται. Αντιθέτως, η μερική συμμόρφωση της Ελλάδας ενισχύει το αίτημα του προσωπικού του Δημοσίου, με τον νομοθέτη να οφείλει, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, την εξασφάλιση πως και οι δημόσιοι υπάλληλοι θα λαμβάνουν επαρκείς κατώτατες αποδοχές για αξιοπρεπή διαβίωση, κάτι που στην πράξη προϋποθέτει την επαναφορά του καταργηθέντος 13ου και 14ου μισθού.

2. Αρχή της Ισότητας – Ίση Αμοιβή και Δίκαιη Μεταχείριση Δημοσίου/Ιδιωτικού Τομέα

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους υποστήριξε πως δεν παραβιάζεται η συνταγματική «αρχή της ισότητας», επειδή αφενός όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι ως σύνολο αντιμετωπίστηκαν όμοια (στερήθηκαν εξίσου τον 13ο και 14ο μισθό), αφετέρου οι διατάξεις περί ίσης αμοιβής (άρθρο 22 §1 Συντ.) δήθεν δεν τυγχάνουν εφαρμογής στους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους. Αυτή η συλλογιστική είναι νομικά αβάσιμη.

Πρώτον, το γεγονός ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι επλήγησαν εξίσου από την κατάργηση δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει άνιση μεταχείριση. Πρέπει να συγκριθεί η κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων με εκείνη των λοιπών εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.

Εδώ, παρατηρείται ότι, μετά το 2013, μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι στερούνται την καταβολή του 13ου και 14ου μισθού, ενώ όλοι οι ιδιωτικοί υπάλληλοι συνεχίζουν να τα λαμβάνουν (βάσει νόμων). Έτσι, οι δύο μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων στην Ελλάδα τυγχάνουν διαφορετικής μισθολογικής μεταχείρισης, καθώς στον ιδιωτικό τομέα το ετήσιο εισόδημα περιλαμβάνει 14 μισθούς, ενώ στο δημόσιο τομέα μόνον 12.

Αυτή η διάκριση δεν ερείδεται σε κάποιον θεμιτό λόγο, αλλά αποκλειστικά σε δημοσιονομικές σκοπιμότητες της περιόδου κρίσης του 2012. Εντούτοις, η κρίση έχει πλέον παρέλθει και οι δημοσιονομικοί δείκτες έχουν βελτιωθεί σημαντικά, χωρίς όμως να έχει αποκατασταθεί η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού. Η διατήρηση μιας τέτοιας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων υπαλλήλων προσκρούει στην αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρθρο 4 §1 Συντ.), δεδομένου ότι αφορά ουσιωδώς όμοιες περιπτώσεις (μισθωτοί εργαζόμενοι με ανάγκες εορτών/αδείας).

Επιπλέον, το ίδιο το ΣτΕ (Τμήμα ΣΤ’), με τις αποφάσεις του παρέπεμψε το θέμα στην Ολομέλεια, είχε ρητώς αποφανθεί ότι η πλήρης κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού παραβιάζει τα άρθρα 4 και 25 του Συντάγματος, δηλαδή τις αρχές ισότητας και αναλογικότητας. Το σκεπτικό του ΣΤ’ Τμήματος ήταν ότι ενώ ο νομοθέτης μπορεί κατ’ αρχήν να μειώνει αποδοχές λόγω δημοσίου συμφέροντος, εν προκειμένω επιχειρήθηκε νέα περικοπή στην ίδια ομάδα θιγομένων “όχι περαιτέρω μείωση, αλλά κατάργηση των ετήσιων αποδοχών” (δηλ. του 13ου και 14ου μισθού). Οι αποδοχές αυτές, σημείωναν οι δικαστές, “συνδέονται από τη φύση τους με τις αυξημένες ανάγκες των εορταστικών περιόδων και θερινών διακοπών, ανάγκες που έχουν όλοι οι εργαζόμενοι ανεξαρτήτως μισθού”. Συνεπώς, το να στερηθεί μια κατηγορία εργαζομένων (δημόσιοι υπάλληλοι) τις αποδοχές, οι οποίες παραδοσιακά προορίζονται για αυτές τις ανάγκες, την ώρα που όλοι οι λοιποί εργαζόμενοι συνεχίζουν να τα λαμβάνουν, συνιστά αδικαιολόγητη ανισότητα.

Δεύτερον, αναφορικά με την επίκληση του άρθρου 22 §1 Συντ., η διάκριση που επιχειρείται (ιδιωτικός έναντι δημόσιου τομέα) είναι γραμματικά αβάσιμη. Η διάταξη κατοχυρώνει: «Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία». Δεν περιορίζει το πεδίο εφαρμογής μόνο σε ιδιωτικούς υπαλλήλους. Πρόκειται για θεμελιώδη αρχή εργατικού δικαίου μεν, αλλά και συνταγματικό κανόνα γενικής ισχύος για την προστασία από διακρίσεις στην εργασία. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 22 §1 εφαρμόζεται αμέσως μόνο σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, η αρχή της ισότητας (άρθρο 4 §1 Συντ.) επαρκεί ώστε να κριθεί η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ κατηγοριών εργαζομένων.

Κατά τη νομολογία, η αρχή αυτή δεσμεύει τον νομοθέτη να μην προβαίνει σε άνισες ρυθμίσεις χωρίς εύλογη αιτιολογία. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει συνταγματικά αποδεκτός λόγος , ο οποίος δικαιολογεί το γιατί ένας δημόσιος υπάλληλος δεν πρέπει να λαμβάνει το ίδιο συνολικό ετήσιο εισόδημα συμπεριλαμβανομένου του 13ου και 14ου μισθού με έναν ιδιωτικό υπάλληλο ίδιας ειδίκευσης/θέσης. Το επιχείρημα ότι ο δημόσιος έχει “μονιμότητα” ή άλλες ιδιαιτερότητες δεν αναιρεί την ανάγκη του για επαρκές εισόδημα, ούτε συνιστά λόγο μη καταβολής του 13ου και 14ου μισθού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μειοψηφία στην απόφαση ΣτΕ Ολ. 1307/2019 είχε υποστηρίξει πως η άνιση μεταχείριση ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων εγείρει ζήτημα συνταγματικότητας. Αν και η πλειοψηφία τότε απέρριψε το ζήτημα θεωρώντας το “διαφορετικό”, η κριτική παραμένει βάσιμη. Άλλωστε, η Ελλάδα εντάσσεται σε μια ευρωπαϊκή έννομη τάξη όπου η ίση αμοιβή για ίση εργασία και οι δίκαιοι όροι εργασίας κατοχυρώνονται και από το ενωσιακό δίκαιο (βλ. άρθρα 20, 21, 31 Χάρτη, καθώς και τις γενικές αρχές του εργατικού δικαίου της ΕΕ). Η στελέχωση της δημόσιας διοίκησης με μόνιμες προσλήψεις από την αγορά εργασίας δεν μπορεί να γίνεται υπό δυσμενέστερους όρους αμοιβής, διότι αυτό μακροπρόθεσμα αντιβαίνει και στην ανάγκη ποιοτικής στελέχωσης του Δημοσίου (αρχή της ισότητας στην πρόσβαση δημόσιων θέσεων, άρθρο 4 §4 Συντ.).

Συνοψίζοντας, η αρχή της ισότητας επιβάλλει την άρση αυτής της αδικαιολόγητης διάκρισης. Η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού θα αποκαταστήσει την ίση μεταχείριση των δημοσίων υπαλλήλων, ευθυγραμμίζοντας τις αποδοχές τους με ό,τι ισχύει καθολικά στον ιδιωτικό τομέα και αίροντας μια άνιση συνέπεια των έκτακτων μέτρων του 2012.

3. Αρχή της Αναλογικότητας – Έλεγχος Δημοσίου Συμφέροντος και Οικονομικού Κόστους

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους επικαλέστηκε την αρχή της αναλογικότητας και το δημόσιο συμφέρον, δίνοντας έμφαση στο υψηλό κόστος (€1,3-1,5 δισ. ετησίως) τυχόν επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού. Προτάχθηκε δε ότι το μέτρο της κατάργησης ήταν γενικό (αφορούσε όλους) και δικαιολογημένο από την ανάγκη περιστολής δαπανών. Εντούτοις, υπό το φως της νομολογίας του ΣτΕ και του ΕΔΔΑ, τα επιχειρήματα αυτά δεν αντέχουν σε έναν αυστηρό έλεγχο αναλογικότητας.

Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν η συνέχιση της στέρησης των δώρων εξακολουθεί να εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος επιτακτικού χαρακτήρα. Το 2012 πράγματι υπήρχε οξυτάτη δημοσιονομική κρίση και ανάγκη άμεσης μείωσης δαπανών γενικά κι όχι αποκλειστικά μέσω των μισθολογικών δαπανών. Το ΣτΕ, σε προηγούμενες αποφάσεις του, είχε σεβαστεί ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης του νομοθέτη κατά την πρώτη περίοδο της κρίσης.

Ωστόσο, ήδη με την απόφαση 2287/2015 (Ολομέλεια) το Δικαστήριο χάραξε σαφή όρια: διατύπωσε ότι μετά τα αρχικά μέτρα του 2010-2012, ο νομοθέτης όφειλε πριν προβεί σε νέες περικοπές να διενεργήσει επιστημονική μελέτη των συνεπειών τους στο βιωτικό επίπεδο των θιγομένων, ιδίως σωρευτικά με τις ήδη ληφθείσες περικοπές. Στην υπόθεση εκείνη (περικοπές συντάξεων 2012), το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις μειώσεις διότι δεν προέκυπτε ότι προηγήθηκε τέτοια μελέτη και γιατί ο νομοθέτης είχε εστιαστεί μονομερώς στη δημοσιονομική ωφέλεια, χωρίς στάθμιση του κοινωνικού κόστους.

Παρομοίως, στην τωρινή περίπτωση, η επίμονη άρνηση του νομοθέτη να αποκαταστήσει τον 13ο και 14ο μισθό μετά τη λήξη της κρίσης συνιστά συνέχιση ενός έκτακτου μέτρου χωρίς επικαιροποιημένη τεκμηρίωση. Δεν έχει δημοσιοποιηθεί μελέτη που να δείχνει ότι η μη καταβολή 13ου και 14ου μισθού εξακολουθεί να είναι απαραίτητη και προσήκουσα για τη δημοσιονομική σταθερότητα, λαμβανομένων υπόψη των τρεχουσών συνθηκών (ανάπτυξη, αύξηση ΑΕΠ, πρωτογενή πλεονάσματα, μείωση της φοροδιαφυγής, κ.λπ.).

Δεύτερον, ως προς τη αναλογικότητα πρέπει να σταθμιστεί η ωφέλεια του Δημοσίου με την βλάβη των δημοσίων υπαλλήλων. Αναγνωρίζεται ότι €1,5 δισ. ετήσια δαπάνη δεν είναι ευκαταφρόνητη. Ωστόσο, αντιστοιχεί περίπου στο 0,7% του σημερινού ΑΕΠ ή ένα μικρό ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο θα μπορούσε να καλυφθεί από τον αυξημένο δημοσιονομικό χώρο των τελευταίων ετών και στον εξορθολογισμό των δαπανών στις δημόσιες συμβάσεις.  Από την άλλη πλευρά, για κάθε δημόσιο υπάλληλο, η απώλεια δύο μισθών ετησίως είναι ιδιαιτέρως επαχθής: συνιστά περικοπή ~15% στο ετήσιο εισόδημά του.

Η βλάβη αυτή είναι διαρκής επί μια δεκαετία. Το ΣτΕ Τμήμα ΣΤ’ επισήμανε ότι πρόκειται για περικοπή επαναλαμβανόμενη “για πολλοστή φορά” στην ίδια ομάδα, φθάνοντας μάλιστα στο επίπεδο της ολικής κατάργησης των συγκεκριμένων παροχών. Τέτοιο μέτρο, κατά το ΣΤ’ Τμήμα, υπερβαίνει προφανώς τα εύλογα όρια θυσίας που επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον. Η δε Ολομέλεια του ΣτΕ, έστω και εμμέσως, δέχθηκε (στην 1307/2019) ότι ο νομοθέτης είχε απόλυτη μεν διακριτική ευχέρεια στα οικονομικά μέτρα, πλην όμως θα όφειλε σε μεταγενέστερο χρόνο να επανεκτιμήσει την αναγκαιότητά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εισηγήτρια στην Ολομέλεια 2019 (Ελ. Παπαδημητρίου) τόνισε πως «ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον το 2012 ήταν έντονο, το 2019 δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε τα αρχικά μέτρα». Με άλλα λόγια, η πάροδος του χρόνου και η βελτίωση των συνθηκών καθιστούν μη πλέον αναγκαία την ακραία λύση της μη καταβολής των δύο μισθών στους δημοσίους υπαλλήλους.

Τρίτον, η νομολογία του ΕΔΔΑ συμβαδίζει με τα ανωτέρω. Το ΕΔΔΑ στην απόφαση Koufaki και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος (2013) έκρινε παραδεκτές τις πρώτες περικοπές μισθών δημοσίου, σημειώνοντας όμως ότι το ελληνικό κράτος τότε αντιμετώπιζε πρωτοφανή οικονομική κρίση και ότι η προσφεύγουσα, μετά τις μειώσεις, συνέχιζε να λαμβάνει καθαρό μισθό ~1.885€, ο οποίος δεν την εξέθετε σε κατάσταση ακραίας ανάγκης. Έκρινε δηλαδή ότι δεν επλήγη ο “πυρήνας” του δικαιώματός της στην περιουσία και ότι η μείωση ~22% δεν ανέτρεψε τη δίκαιη ισορροπία, λαμβάνοντας υπόψη τις έκτακτες περιστάσεις.

Αντίστοιχα, σε μεταγενέστερες υποθέσεις, το ΕΔΔΑ τόνισε δύο παράγοντες: (α) την προσωρινότητα και (β) τη συμμετρία των μέτρων. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Da Silva Carvalho Rico κατά Πορτογαλίας (2015) –όπου κόπηκαν αντίστοιχα δώρα συνταξιούχων– το Δικαστήριο έδωσε σημασία στο ότι η περικοπή ήταν περιορισμένη χρονικά (2012-2014) και ότι οι αιτούντες συνέχισαν να λαμβάνουν το βασικό ποσό της σύνταξής τους. Λόγω της εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης και του προσωρινού χαρακτήρα, δεν διαπιστώθηκε παραβίαση, θεωρώντας το μέτρο εντός του περιθωρίου εκτίμησης του κράτους. Αντιθέτως, το ΕΔΔΑ έχει χαρακτηρίσει υπέρμετρη την επέμβαση όταν η σωρευτική περικοπή εισοδήματος υπερβαίνει κάποιο όριο ή όταν εξαντλεί μακροχρόνια τους πόρους του προσώπου. Σημειώνεται ότι η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινωνικών Δικαιωμάτων (στα πλαίσια του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη) αποφάνθηκε το 2012-2013 σε συλλογικές προσφυγές ότι οι διαρκείς περικοπές μισθών και συντάξεων στην Ελλάδα παραβίασαν το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης, διότι οδήγησαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας.

Εν προκειμένω, η πλήρης κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού δεν ήταν προσωρινό μέτρο αλλά μόνιμο. Παρήλθαν ήδη 12 έτη χωρίς “ορίζοντα λήξης”. Ακόμα κι αν κρίθηκε ανεκτή στο απόγειο της κρίσης, η διαιώνισή της σήμερα, παρά την ανάκαμψη, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας. Το δημοσιονομικό όφελος δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί μείζον έναντι της ανάγκης αποκατάστασης των βασικών αποδοχών των υπαλλήλων. Η δε αρχή της αναλογικότητας (25 §1 Συντ.) επιβάλλει ότι οι περιορισμοί σε δικαιώματα (εν προκειμένω στο περιουσιακό δικαίωμα επί του μισθού, άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ) δεν πρέπει να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο. Εδώ, η ολική στέρηση δύο μισθών ετησίως είναι το ακραίο μέτρο – όχι απλώς μείωση αλλά μηδενισμός των συγκεκριμένων παροχών. Σε αντιστάθμισμα, το Δημόσιο δεν έχει αποδείξει πως δεν υπήρχαν εναλλακτικές ηπιότερες λύσεις (π.χ. μερική επαναφορά με εισοδηματικά κριτήρια, ή σταδιακή αποκατάσταση). Κατά συνέπεια, η μη επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και δεν αντέχει σε δικαστικό έλεγχο, ιδίως όταν σταθμιστεί με την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των δημοσίων υπαλλήλων.

4. Προστασία της Ανθρώπινης Αξιοπρέπειας – Δικαίωμα σε Αξιοπρεπές Επίπεδο Διαβίωσης

Η αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 §1 Συντ.) αποτελεί υπέρτατη συνταγματική αρχή, η οποία διαπερνά όλο το δίκαιο, επιβάλλοντας στο κράτος τον σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, η αρχή αυτή έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο: τη διασφάλιση ότι κάθε άνθρωπος –εν προκειμένω κάθε εργαζόμενος– μπορεί να ζει με αξιοπρέπεια από το εισόδημά του. Το δικαίωμα σε αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τον εργαζόμενο και την οικογένειά του αναγνωρίζεται σε διεθνή κείμενα (Οικουμενική Διακήρυξη άρθρο 23, Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης άρθρο 4 κ.α.) και αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού δικαίου. Η Ελλάδα, μάλιστα, έχει συνταγματική δέσμευση στο άρθρο 22 §5, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης και επιτάσσει από το κράτος τη μέριμνα για την αξιοπρεπή διαβίωση όλων των ασφαλισμένων (συνταξιούχων και εργαζομένων). Η Ολομέλεια του ΣτΕ έχει ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή (22 §5) υπό το πρίσμα της αξίας του ανθρώπου, κρίνοντας ότι ο νομοθέτης οφείλει σε κάθε μεταρρύθμιση να διαφυλάσσει ένα ελάχιστο αξιοπρεπές επίπεδο παροχών, αναλόγως του εκάστοτε δικαιούχου.

Στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού είχε ως συνέπεια να μειωθεί το ετήσιο διαθέσιμο εισόδημά τους σε βαθμό που, για τις χαμηλές μισθολογικές βαθμίδες, άγγιξε τα όρια της φτώχειας. Για παράδειγμα, ένας υπάλληλος ΥΕ με βασικό μισθό ~780€ μεικτά (περί 630€ καθαρά) το 2012, ελάμβανε ως 13ο και 14ο μισθό 1.000 € ετησίως, η κατάργηση σήμαινε απώλεια ~δύο μηνιαίων καθαρών αποδοχών και εισόδημα ~7.560€/έτος, τη στιγμή που το εκάστοτε όριο φτώχειας για μονοπρόσωπο νοικοκυριό κυμαινόταν περί τις 7.500€. Αντίστοιχα, υπάλληλοι μεσαίων κατηγοριών έχασαν 5-10% του ήδη μειωμένου μισθού τους. Το βιοτικό επίπεδο πολλών οικογενειών υπαλλήλων υποβαθμίστηκε σημαντικά, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις νεόπτωχων δημοσίων υπαλλήλων την περίοδο της λιτότητας. Η κυβέρνηση όμως θεώρησε πως ένας μισθωτός των 800€ καθαρών μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς χωρίς τα επιπλέον δώρα (13ος και 14ος μισθός), τα οποία παραδοσιακά βοηθούσαν και τις αυξημένες ανάγκες διαβίωσής του.

Το ΣτΕ, σε προγενέστερες αποφάσεις, αναγνώρισε ότι το εισόδημα από εργασία εμπίπτει στην προστασία του άρθρου 2 §1, σε συνδυασμό με τα κοινωνικά δικαιώματα. Ενδεικτικά, στην απόφαση ΣτΕ Ολ. 734/2016, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η διακοπή παροχής, η οποία είναι ουσιώδης για μία αξιοπρεπή διαβίωση εγείρει θέμα αντίθεσης στο άρθρο 2 §1. Συναφώς, και η ολοσχερής κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης είναι αντισυνταγματική, διότι θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος κοινωνικής ασφάλισης και το κατοχυρωμένο αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης του συνταξιούχου. Είναι παράδοξο να ισχυρίζεται κανείς πως ένας εν ενεργεία δημόσιος υπάλληλος δεν αξίζει παρόμοια προστασία, δηλαδή ο μισθός του πρέπει να του εξασφαλίζει ένα ευπρεπές βιοτικό επίπεδο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια των υπαλλήλων δοκιμάστηκε την περίοδο των μνημονίων, αλλ’ ουδέποτε έπαψε να αποτελεί συνταγματικό όριο. Σήμερα, μάλιστα, υπό ομαλές συνθήκες, η συνέχιση μιας μείωσης που αγγίζει τον “ιστό” της αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.

Αξίζει να σημειωθεί πως το Σύνταγμα κατοχυρώνει το δικαίωμα του πολίτη “να ζει σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης”, το οποίο το κράτος οφείλει να εγγυάται. Τα δικαστήρια καλούνται, επομένως, να σταθούν αρωγοί σε αυτό το θεμελιώδες αξίωμα. Στην περίπτωσή μας, η πλήρης αποστέρηση δύο ολόκληρων μισθών ετησίως από τους εργαζόμενους του Δημοσίου συνιστά παραβίαση της αξίας τους ως ανθρώπων, διότι τους κρατάει καθηλωμένους σε εισοδηματικό επίπεδο οριακά επαρκές (ή και ανεπαρκές) για τις ανάγκες αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Συνολικά, η προστασία της αξιοπρέπειας και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25 §1 και §4 Συντ.) επιβάλλουν να επανεξεταστεί η επίμαχη νομοθετική παράλειψη. Η αποκατάσταση του 13ου και 14ου μισθού δεν είναι πολυτέλεια ή “δώρο” – είναι προϋπόθεση ώστε ο μισθός στο Δημόσιο να ανταποκρίνεται στις στοιχειώδεις ανάγκες των εργαζομένων και στις εύλογες προσδοκίες τους για μια αξιοπρεπή διαβίωση από την εργασία τους.

5. Περί αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και υποχρέωσης του νομοθέτη

Ένα επιχείρημα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το οποίο προβλήθηκε είναι ότι το ΣτΕ δεν δύναται να “επιβάλει” στη Βουλή τη λήψη νομοθετικού μέτρου (επαναφορά με νόμο του 13ου και 14ου μισθού), διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ανεπιτρέπτη παρέμβαση στη νομοθετική εξουσία. Η θέση αυτή όμως συγχέει την έννομη λειτουργία του ακυρωτικού ελέγχου με την νομοθετική πρωτοβουλία.

Βεβαίως, το δικαστήριο δεν νομοθετεί. Όμως, όταν κρίνει –στο πλαίσιο συγκεκριμένης δίκης– πως μια νομοθετική ρύθμιση αντίκειται στο Σύνταγμα ή στις υπερνομοθετικές υποχρεώσεις της χώρας, έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά το καθήκον να το διαπιστώσει και να άρει την αντίθεση.

Εν προκειμένω, ζητείται από το ΣτΕ να αναγνωρίσει την υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει τα επίμαχα ποσά στον ενάγοντα δημόσιο υπάλληλο, λόγω αντισυνταγματικότητας της παράλειψης νομοθέτησης (ή και της ρητής απαγόρευσης του ν.4093/2012, η οποία όμως μετά από τόσα χρόνια γεννά θέμα διαρκούς παράλειψης επανόρθωσης). Το ΣτΕ έχει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ακυρωτικής του αρμοδιότητας ή του προδικαστικού ελέγχου (εν προκειμένω πρόκειται για πιλοτική δίκη αποζημίωσης), να κηρύξει την προσβαλλόμενη πράξη παράνομη εάν αυτή ερείδεται σε αντισυνταγματικό νόμο ή/και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Το ΣτΕ δύναται να αναγνωρίσει πως υφίσταται συνταγματική υποχρέωση για το κράτος να επαναφέρει τον 13ο και 14ο μισθό (έστω μερικώς ή υπό προϋποθέσεις), και να ανοίξει ο δρόμος για νομοθετική συμμόρφωση. Το ΣτΕ δεν θα “διατάξει” τη Βουλή πώς να νομοθετήσει, αλλά η απόφασή του θα έχει διαπιστωτικό αποτέλεσμα, δηλαδή πως η συνέχιση της μη καταβολής του 13ου και 14ου μισθού προσκρούει στο Σύνταγμα. Σε ανάλογες περιπτώσεις (2287-2288/2015 αποφάσεις ΣτΕ για μνημονιακές περικοπές συντάξεων, κ.α.) τα δικαστήρια έκριναν αντισυνταγματικές ρυθμίσεις χωρίς άμεση νομοθετική συμμόρφωση, πλην όμως αυτή επήλθε μεταγενέστερα είτε μέσω του ΕΦΚΑ (πράξεις επιστροφής αναδρομικών σε συνταξιούχους) είτε μέσω των ειδικών μισθολογίων (ειδικών φρουρών, κ.ο.κ.). Οι παραπάνω περιπτώσεις δείχνουν ότι η ελληνική έννομη τάξη ανέχεται – για ένα διάστημα – τη μη άμεση συμμόρφωση σε αντισυνταγματικούς μνημονιακούς περιορισμούς. Παρ’ όλα αυτά, οι τελικές πληρωμές μέσω ΕΦΚΑ (συντάξεις) ή οι νέες μισθολογικές ρυθμίσεις (ειδικά μισθολόγια) καταδεικνύουν πως, υπό την πίεση της νομολογίας, η κυβέρνηση αναπροσαρμόζει, έστω αργά και μερικώς, το σχετικό νομοθετικό καθεστώς. Αυτό επιβεβαιώνει το πρακτικό επιχείρημα πως μία τυχόν νέα απόφαση του ΣτΕ, η οποία θα επιβάλει την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, θα υποχρεώσει τελικώς τη κυβέρνηση σε αντίστοιχες αναδρομικές ρυθμίσεις ή νέους μισθολογικούς νόμους, ακόμη κι αν η συμμόρφωση δεν είναι ακαριαία.

Επομένως, το επιχείρημα της “έλλειψης αρμοδιότητας” δεν συνιστά λόγο απόρριψης του αιτήματος. Αντιθέτως, το ΣτΕ είναι το αρμόδιο όργανο να ελέγξει δικαστικά την παράλειψη της διοίκησης να καταβάλλει τις οφειλόμενες παροχές, όπως επιβάλλουν οι υπερνομοθετικοί κανόνες. Σημειωτέον ότι, κατά τη νομολογία, η έννοια της “αρνητικής νομοθεσίας” του δικαστή δεν εμποδίζει τον ακυρωτικό δικαστή να ακυρώσει διοικητική πράξη ή να αναγνωρίσει δικαίωμα, όταν ο νόμος που το αποκλείει κριθεί αντισυνταγματικός. Εδώ, τυχόν δικαστική δικαίωση των εργαζομένων θα αποτελέσει ισχυρή ηθική και νομική δέσμευση για την εκτελεστική και την νομοθετική εξουσία να προβούν στην ανάλογη επαναρρύθμιση του νομοθετικού πλαισίου για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού.

Υπάρχει δε και η διάσταση του ενωσιακού δικαίου, εφόσον θεωρηθεί ότι παραβιάζεται η Οδηγία 2022/2041/ΕΕ ως προς το σκοπό της, οι θιγόμενοι θα μπορούσαν μελλοντικά να στραφούν και δικαστικά (ακόμη και στο ΔΕΕ) για κρατική αποζημίωση λόγω της εκπρόθεσμης και της πλημμελούς μεταφοράς της Οδηγίας. Το ΣτΕ δύναται να προλάβει τέτοιες εξελίξεις, υιοθετώντας μια λύση σύμφωνη τόσο με το Σύνταγμα όσο και με τις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου , οι οποίες διέπουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων.

6. Σημασία των Επιδομάτων Εορτών και Αδείας – Μέρος της Κανονικής Αμοιβής

Τέλος, κρίνεται αναγκαίο να υπογραμμιστεί η ουσιαστική φύση του 13ου και 14ου μισθού ως τμήματος της κανονικής ετήσιας αμοιβής στο Δημόσιο. Οι εν λόγω αποδοχές, παρότι ιστορικά χαρακτηρίζονταν “δώρα” ή “επίδομα αδείας”, στην πραγματικότητα αποτελούσαν τακτικές αποδοχές, ενσωματωμένες στον προγραμματισμό ζωής του υπαλλήλου. Δεν επρόκειτο για παραγωγικό ή προαιρετικό μπόνους, αλλά για αναπόσπαστο μέρος του εισοδήματός του, καταβαλλόμενο σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές του έτους ώστε να ανταποκριθεί κυρίως σε ιδιαίτερες δαπάνες (εορτών, διακοπών).

Στο ελληνικό μισθολογικό σύστημα, οι δημόσιοι υπάλληλοι λάμβαναν επί δεκαετίες 14 μισθούς, ακριβώς όπως και οι ιδιωτικοί στον ιδιωτικό τομέα. Η κατάργηση τους ισοδυναμούσε με μόνιμη ετήσια περικοπή ~14%. Αυτό πρακτικά μετέβαλε προς το δυσμενέστερο το μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Το ΣτΕ Τμήμα ΣΤ’ επισήμανε εύστοχα πως ο 13ος και 14ος μισθός δεν ήταν πολυτέλεια, αλλά κάλυπτε και γενικές βιοτικές ανάγκες (κοινές για όλους τους εργαζόμενους), τις οποίες ο κανονικός μισθός κάθε μήνα δεν επαρκούσε να καλύψει. Στερώντας αυτά τα επιδόματα, ο νομοθέτης αφαίρεσε μια δομική παράμετρο της αμοιβής στο Δημόσιο.

Επιπλέον, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες προβλέπουν 13ο και 14ο μισθό στον δημόσιο ή/και ιδιωτικό τομέα (π.χ. Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία κ.α.), θεωρώντας τον μέρος της κανονικής μισθολογικής πολιτικής. Η Ελλάδα, με την πλήρη εξάλειψή του στο Δημόσιο, αποτελεί εξαίρεση. Αυτό έχει και πρακτικές συνέπειες: α) δυσκολία προσέλκυσης ικανών στελεχών στον δημόσιο τομέα, β) μισθολογικό χάσμα σε σύγκριση με αντίστοιχες θέσεις στον ιδιωτικό, καθώς και γ) αίσθημα μισθολογικής υποβάθμισης μεταξύ των υπηρετούντων.

Οι ίδιοι οι δικαστές του ΣτΕ, όταν το θέμα συζητήθηκε, αντιλήφθηκαν τη σοβαρότητά του: η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια ως “μείζονος σπουδαιότητας”, καθόσον αφορά περί τους 500.000 υπαλλήλους. Η απόφαση της Ολομέλειας θα έχει καθοριστικό αντίκτυπο σε όλο το μισθολόγιο και πιθανώς θα επηρεάσει και άλλες παροχές. Υπό αυτή την έννοια, η σημασία του 13ου και 14ου μισθού υπερβαίνει την απλή αριθμητική αξία τους, καθώς αφορά την αντίληψη περί δίκαιης αμοιβής στο Δημόσιο και το κατά πόσον το κράτος εργοδότης τηρεί στοιχειωδώς τις ίδιες αρχές που επιβάλλει στους ιδιώτες εργοδότες.

Το Ελληνικό Σύνταγμα, στα άρθρα 22 §1 και 25 §1, κατοχυρώνει ότι το κράτος οφείλει να προστατεύει την εργασία και να διασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας σε κάθε περιορισμό δικαιώματος. Η μισθολογική ανταπόδοση της εργασίας στον δημόσιο τομέα δεν μπορεί να υστερεί καταφανώς ως προς τα βασικά της στοιχεία. Ειδάλλως, παραβιάζεται και η αρχή της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών (άρθρο 4 §5 Συντ.), διότι οι δημόσιοι υπάλληλοι, έχοντας υποστεί αλλεπάλληλες θυσίες, καλούνται μονομερώς να σηκώσουν βάρος το οποίο δεν αναλογεί πλέον στην οικονομική τους αντοχή.

Συνεπώς, η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού δεν είναι απλώς μια χορήγηση “δώρων”, αλλά επανένταξη ενός θεμελιώδους τμήματος της κανονικής αμοιβής των υπαλλήλων. Είναι μέτρο δικαιοσύνης και ορθολογισμού στη μισθολογική πολιτική, η οποία θα ευθυγραμμίσει το δημόσιο μισθολόγιο με τις συνταγματικές αρχές και τις ευρωπαϊκές εργασιακές αξίες.

ΙΙΙ. Συμπέρασμα – Αίτημα

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, καθίσταται σαφές πως τα κεντρικά επιχειρήματα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους υπέρ της διατήρησης της περικοπής και της μη επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού δεν ευσταθούν:

  • Η επίκληση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας (Οδηγία 2022/2041/ΕΕ) δικαιολογεί, αντί να αποκλείει, την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, αφού το ευρωπαϊκό κεκτημένο απαιτεί δίκαιες αμοιβές και αξιοπρεπή διαβίωση για όλους τους εργαζόμενους χωρίς διακρίσεις. Η Ελλάδα οφείλει πλήρη συμμόρφωση με αυτά.
  • Η αρχή της ισότητας καταστρατηγείται από τη συνεχιζόμενη εξαίρεση των δημοσίων υπαλλήλων από παροχές, τις οποίες όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΙΔΑΧ, ΙΔΟΧ) τις απολαμβάνουν. Η ίση μεταχείριση και η ίση αμοιβή για συγκρίσιμες συνθήκες εργασίας επιβάλλουν άρση αυτής της αδικαιολόγητης διάκρισης.
  • Η αναλογικότητα δεν πληρούται πλέον, καθώς η μόνιμη στέρηση δύο μισθών ετησίως συνιστά μέτρο δυσανάλογο ως προς τον σημερινό επιδιωκόμενο σκοπό, ιδίως χωρίς επικαιροποιημένη τεκμηρίωση αναγκαιότητας. Το δημοσιονομικό όφελος δεν δύναται να εξαγνίσει επ’ αόριστον μια τόσο βαριά θυσία για τους δημοσίους υπαλλήλους, πολλώ δε μάλλον όταν τίθεται εν κινδύνω η αξιοπρεπή τους διαβίωση.
  • Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια των υπαλλήλων απαιτεί να λαμβάνουν αμοιβή επαρκή για τις βασικές τους ανάγκες και την κοινωνική τους αξιοπρέπεια. Η δε συνταγματική κατοχύρωση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης καθιστά την πλήρη περικοπή του 13ου και 14ου μισθού αντίθετη στο άρθρο 2 §1 και 22 §5 Συντ., όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία.
  • Το ΣτΕ έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να ελέγξει τη συμφωνία του ν.4093/2012 (και της διαρκούς παράλειψης επανόρθωσης) προς το Σύνταγμα και τις υπερνομοθετικές ρήτρες. Η δικαστική αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής του 13ου και 14ου μισθού θα αποτελέσει πράξη αποκατάστασης της συνταγματικής νομιμότητας, αφήνοντας βεβαίως στη νομοθετική εξουσία τα περιθώρια του ακριβούς τρόπου συμμόρφωσης (π.χ. νομοθετική ρύθμιση, διατάξεις, κ.α.).

Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, αιτούμαστε την αποδοχή της αγωγής και την αναγνώριση ότι η συνεχιζόμενη μη καταβολή του 13ου και 14ου  μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Ως εκ τούτου, ζητούμε να υποχρεωθεί το Δημόσιο στην καταβολή του 13ου και 14ου μισθού στον ενάγοντα, με βάση τις αποδοχές των ετών 2023-2024, και παράλληλα να διακηρυχθεί η γενική αρχή πως τα επιδόματα εορτών και αδείας (13ος και 14ος μισθός) συνιστούν μέρος της εγγυημένης μισθολογικής παροχής όλων των δημοσίων υπαλλήλων.

Μια τέτοια απόφαση θα εναρμονιστεί με τη νομολογία του ΣτΕ, η οποία θέτει όρια στη λιτότητα όταν αυτή παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές, θα αποκαταστήσει το περί δικαίου αίσθημα των εκατοντάδων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων και θα επιβεβαιώσει πως το κράτος δικαίου τους σέβεται όλους, εξασφαλίζοντάς τους αμοιβή αντάξια των θυσιών και της αξιοπρέπειάς τους. Ο νομοθέτης οφείλει να προχωρήσει σε νομοθετική διάταξη επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού με την Βουλή, συμμορφούμενη, να ψηφίσει την επαναφορά τους, τηρώντας τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και ευθυγραμμιζόμενη με τις ευρωπαϊκές εγγυήσεις περί δίκαιης αμοιβής και αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των εργαζομένων χωρίς διακρίσεις.

Για τους λόγους αυτούς, καλούμε τους Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς, τους/τις Βουλευτές και τα κόμματα αυτών, τους δικηγορικούς συλλόγους, καθώς και την ΑΔΕΔΥ, όπως προχωρήσουν σε περαιτέρω ενέργειες, ώστε το ΣτΕ να κάνει δεκτό το αίτημα επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού. Από κοινού να συμβάλλουν και να συνδράμουν με κάθε τρόπο και δράση (δικαστικά, πολιτικά, αγωνιστικά) στην άρση της ως άνω παρατεταμένης αδικίας εις βάρος όλων των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα.

Ρόδος, 14/06/2025

Ο ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ

ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ Η. Δημήτριος


Discover more from Εργατική Πρωτοπορία Δήμου Ρόδου

Subscribe to get the latest posts sent to your email.