Υπόμνημα κατά της ιδιωτικοποίησης Καθαριότητας ύψους 89 εκ. ευρώ

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ Ζ΄ ΚΛΙΜΑΚΙΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Της συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «Εργατική Πρωτοπορία Δήμου Ρόδου» (ergatikiprotoporia@gmail.com, info@ergatikiprotoporia.gr), όπως νόμιμα εκπροσωπείται αυτή από τον Αρβανίτη Δημήτριο του Ηλία, κατοίκου Ρόδου (οδός , Τ.Κ. 85133), με Α.Φ.Μ. , παράταξης εντός του σωματείου «Σύλλογος Υπαλλήλων Δήμου Ροδίων» (Α.Φ.Μ. ).

ΣΧΕΤΙΚΑ

Με την άσκηση προσυμβατικού ελέγχου νομιμότητας, δυνάμει της υπ’ αρ. 901/2024 Απόφασης Δημοτικής Επιτροπής Δήμου Ρόδου (ΑΔΑ: ΨΛΣ5Ω1Ρ-67Κ), επί της διακήρυξης του ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού του Δήμου Ρόδου (αρ. πρωτ. 70265/19.12.2024, ΑΔΑΜ: 24PROC016079415 – εφεξής «Διακήρυξη») (Σχετ.1), υποβάλλω το παρόν υπόμνημα προς συνεκτίμηση στο πλαίσιο του προσυμβατικού ελέγχου. Συγκεκριμένα:

1.         Εκκρεμοδικία σχετικών υποθέσεων:

Α) Κατά της υπ’ αρ. 901/2024 απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής έχει ασκηθεί από τον Σύλλογο Υπαλλήλων Δήμου Ροδίων Ειδική Διοικητική Προσφυγή (Σχετ.2Α) με αίτημα την ακύρωσή της.

Β) Ως προς την οικονομική διαχείριση του Δήμου Ρόδου και το γεγονός ότι ο Δήμος τελεί σε κατάσταση ουσιαστικής χρεοκοπίας, έχει διαταχθεί – κατόπιν αιτήματος του Συλλόγου – προκαταρκτική εξέταση (ΑΒΜ Ε2024/4066) λόγω ενδείξεων τέλεσης ποινικών αδικημάτων (Σχετ.3).

Γ) Κατά της υπ’ αρ. 614/2022 απόφασης Οικονομικής Επιτροπής (ΑΔΑ: 9ΨΓ8Ω1Ρ-ΙΟ5) και της υπ’ αρ. πρωτ. 2/25213/18.05.2022 (ΑΔΑΜ: 22PROC010627110) διακήρυξης του Δήμου Ρόδου με αντικείμενο την ιδιωτικοποίηση του φυσικού αντικειμένου της καθαριότητας, έχουν ασκηθεί όλα τα ένδικα βοηθήματα και εκκρεμεί ενώπιον του ΣτΕ αίτηση ακύρωσης (Σχετ.4Α, 4Β).

2. Παραβίαση αρχών διαφάνειας, ίσης μεταχείρισης, αναλογικότητας και ανταγωνισμού: Η Διακήρυξη περιλαμβάνει πληθώρα όρων που αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις, δηλαδή τη διαφάνεια, την ίση μεταχείριση των διαγωνιζομένων, την αναλογικότητα των απαιτήσεων και τον υγιή ανταγωνισμό, καθώς αποκλείουν ή καθιστούν υπερβολικά δυσχερή τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό (βλ. ΕΑ ΣτΕ 148/2016 Ολομ., ΕΑ ασφ. Μ. 415/2014, Δημήτριο Γ. Ράικο, Δίκαιο Δημοσίων Συμβάσεων, Γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2019, σελ. 762, με τις εκεί παραπομπές). Ενδεικτικά:

Α) Μη κατάτμηση του αντικειμένου – Περιορισμός ανταγωνισμού: Το αντικείμενο τ Διακήρυξης συγκεντρώνει όλες τις υπηρεσίες αποκομιδής απορριμμάτων, ανακύκλωσης, σάρωσης οδών, πλύσης κάδων κ.λπ. σε ένα ενιαίο έργο εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας (προϋπολογισμού ~59,82 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ, ή 74,18 εκατ. € με ΦΠΑ, για 5 έτη, με δικαίωμα προαίρεσης για +1 έτος ανεβάζοντας το ύψος έως ~89 εκατ. ευρώ). Η αναθέτουσα αρχή περιορίζεται σε γενική αιτιολογία περί «συνάφειας υπηρεσιών» και «αποφυγής διοικητικού φόρτου» (βλ. Διακήρυξη, σελ. 5–6), χωρίς ειδική τεκμηρίωση γιατί δεν χωροθέτησε ή κατέτμησε το έργο (π.χ. ανά δημοτική ενότητα ή ανά κατηγορία υπηρεσίας). Η άκρως περιοριστική αυτή προσέγγιση οδηγεί σε σημαντικό περιορισμό του ανταγωνισμού, καθώς μόνο ελάχιστες πολύ μεγάλες εταιρείες μπορούν να αναλάβουν ένα τόσο ευρύ, σύνθετο και υψηλού κόστους έργο. Σύμφωνα με το άρθρο 59 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ (και το αντίστοιχο άρθρο 59 του ν. 4412/2016), οι αναθέτουσες αρχές ενθαρρύνονται ρητά να διαιρούν τις συμβάσεις σε τμήματα, με σκοπό την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή επιχειρήσεων (ιδίως μικρομεσαίων) και την ενίσχυση του ανταγωνισμού. Η χωρίς επαρκή αιτιολόγηση μη κατάτμηση συνιστά παράβαση των αρχών αναλογικότητας και ίσης μεταχείρισης (άρθρα 18 και 58 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ), καθώς εισάγει εμπόδιο συμμετοχής πέραν του αναγκαίου. Συναφώς, η ΑΕΠΠ σε παρόμοιες περιπτώσεις έχει ακυρώσει διακηρύξεις όταν η μη κατάτμηση δικαιολογείται μόνο προσχηματικά (βλ. ενδεικτικά ΑΕΠΠ 1378/2022).

Β) Υπερβολικές και “φωτογραφικές” απαιτήσεις συμμετοχής: Η Διακήρυξη τάσσει προϋποθέσεις οικονομικής και τεχνικής επάρκειας που είναι πρωτόγνωρα αυστηρές, δημιουργώντας την εύλογη υπόνοια ότι “φωτογραφίζουν” συγκεκριμένο ανάδοχο. Ενδεικτικά, απαιτείται: (α) ελάχιστος κύκλος εργασιών ίσος σχεδόν με τον συνολικό προϋπολογισμό του έργου (ουσιαστικά ~12 εκατ. ευρώ ετήσιο τζίρο), (β) σειρά υποχρεωτικών πιστοποιήσεων ISO (9001, 14001, 45001, 39001, πιθανώς και 37001) χωρίς καμία πρόβλεψη ισοδύναμων μέτρων, παρά μόνο στην περίπτωση της συμμετέχουσας στη διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης ένωσης, (γ) εμπειρία σε μία μόνο σύμβαση αντίστοιχου ύψους (~12 εκατ. ευρώ/έτος) την τελευταία τριετία, η οποία να περιλαμβάνει σωρευτικά όλες τις κατηγορίες υπηρεσιών (Συλλογή και μεταφορά Αστικών Στερεών Αποβλήτων, Αποκομιδή ανακυκλώσιμων υλικών, Αποκομιδή οργανικών απορριμμάτων, Αποκομιδή ογκωδών αντικειμένων, Πλύση κάδων, Χειρωνακτικού και Μηχανοκίνητου καθαρισμού κοινόχρηστων χώρων), και (δ) ήδη διαθέσιμο προσωπικό άνω των 100 ατόμων με συγκεκριμένες ειδικότητες, καθώς και πλήρης στόλος οχημάτων και εξοπλισμού πριν καν την ανάθεση. Όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις υπερβαίνουν κατά πολύ το αναγκαίο για την διασφάλιση ικανού αναδόχου, κατά παράβαση των άρθρων 57 και 58 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ (και των αντιστοίχων διατάξεων του ν.4412/2016). Η ευρωπαϊκή και ελληνική νομολογία (βλ. ΔΕΕ C-470/13, C-358/20, καθώς και ΑΕΠΠ 1378/2022) απαιτούν οι όροι συμμετοχής να μην είναι δυσανάλογοι προς το αντικείμενο. Εν προκειμένω: ο υπέρογκος ελάχιστος κύκλος εργασιών και η απαίτηση πρόσφατης ενιαίας σύμβασης παρόμοιου μεγέθους αποκλείουν de facto κάθε νεοεισερχόμενο ή μικρομεσαίο φορέα, ενισχύοντας ολιγοπωλιακές συνθήκες. Οι σωρευτικές απαιτήσεις πολλαπλών ISO ευνοούν σχεδόν αποκλειστικά μεγάλους οργανισμούς που ήδη διαθέτουν ολοκληρωμένα συστήματα ποιότητας – η ΑΕΠΠ έχει κρίνει ότι η απαίτηση πλήθους πιστοποιήσεων χωρίς πρόβλεψη ισοδυνάμων παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (βλ. πάλι ΑΕΠΠ 1378/2022). Επίσης, η απαίτηση προϋφιστάμενου μεγάλου προσωπικού και εξοπλισμού προτού ανατεθεί η σύμβαση αφαιρεί τη δυνατότητα συμμετοχής από φορείς που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα μέσα αφού αναδειχθούν ανάδοχοι – τέτοιοι όροι θεωρούνται καταχρηστικοί (βλ. και άρθρο 58 παρ.4 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ). Συνεπώς, τεκμηριώνεται στοχοποίηση περιορισμένου αριθμού οικονομικών φορέων (ίσως και ενός μόνο), κατά παράβαση της υποχρέωσης για ίση μεταχείριση όλων των δυνητικών διαγωνιζομένων (βλ. αιτιολογική σκέψη 2 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ).

Γ) Ασαφή και υποκειμενικά κριτήρια αξιολόγησης – Δυνητικά καταχρηστικός αποκλεισμός προσφορών: Η Διακήρυξη (βλ. όρους κεφ. 2.3–3) προβλέπει ως κριτήριο ανάθεσης την πλέον συμφέρουσα προσφορά βάσει βέλτιστης σχέσης ποιότητας–τιμής, με στάθμιση 75% τεχνικής αξιολόγησης και 25% τιμής. Ωστόσο, τα επιμέρους κριτήρια τεχνικής αξιολόγησης (π.χ. «μεθοδολογία εκτέλεσης εργασιών», «ποιότητα και ποσότητα εξοπλισμού», «οργάνωση και κοινωνικές παροχές») δεν ποσοτικοποιούνται αντικειμενικά, αφήνοντας υπέρμετρα ευρεία διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή Αξιολόγησης (contra στις αρχές διαφάνειας και αντικειμενικότητας, άρθρα 18 και 67 της Οδηγίας). Επιπλέον, προβλέπεται ότι θα απορρίπτεται συνολικά οποιαδήποτε προσφορά δεν συγκεντρώσει βαθμολογία τουλάχιστον 100/100 σε κάθε υπο-κριτήριο τεχνικής αξιολόγησης – δηλαδή ακόμη και μικρή υστέρηση σε έναν τομέα επιφέρει αποκλεισμό, ανεξαρτήτως της ανταγωνιστικότητας της οικονομικής προσφοράς. Αυτό το απόλυτο όριο βαθμολογίας κινδυνεύει να οδηγήσει σε μη αναλογικό αποκλεισμό προσφορών για ήσσονες ελλείψεις. Η ΕΑΑΔΗΣΥ και η ΑΕΠΠ έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται βάσει μετρήσιμων δεικτών ή επαληθεύσιμων δεδομένων, ώστε να διασφαλίζεται αντικειμενικότητα (βλ. π.χ. ΑΕΠΠ 222/2021). Εδώ, αντιθέτως, η υποκειμενικότητα επιτείνεται και το αποτέλεσμα μπορεί να διαμορφωθεί κατά το δοκούν της Επιτροπής, ενώ η οικονομική προσφορά έχει περιορισμένη βαρύτητα. Σημειωτέον ότι προβλέπονται και άλλοι αόριστοι λόγοι απόρριψης προσφορών, όπως η δυνατότητα αποκλεισμού προσφοράς με αιτιολογία ότι περιέχει «ασυνήθιστα χαμηλή τιμή» χωρίς να ορίζονται εκ των προτέρων σαφή όρια του τι συνιστά ασυνήθιστα χαμηλό τίμημα. Τέτοιοι όροι χωρίς αντικειμενικό πλαίσιο αναφοράς αντίκεινται στην αρχή της διαφάνειας και της αναλογικότητας και μπορεί να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά.

Δ) Ασάφεια αντικειμένου – έλλειψη ορισμού παραδοτέων: Πέραν των ανωτέρω, δεν προσδιορίζεται σαφώς το φυσικό αντικείμενο ανά κατηγορία εργασιών. Στη Διακήρυξη δεν ορίζονται συγκεκριμένα παραδοτέα ή ποσοτικοποιημένες μονάδες εργασιών (ανά είδος, συχνότητα κ.λπ.), που να επιτρέπουν τη σύνταξη οικονομικών προσφορών με βάση σταθερές μονάδες έργου. Υπάρχει ασάφεια στην ακριβή αριθμητική πιστοποίηση των εργασιών ανά κατηγορία και είδος, καθώς και έλλειψη ρητής πρόβλεψης του τρόπου ελέγχου και παραλαβής των εργασιών. Το αποτέλεσμα είναι να καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής – αν όχι αδύνατη – η σύνταξη ορθής και συγκρίσιμης οικονομικής προσφοράς από τους διαγωνιζομένους, δεδομένου ότι κάθε προσφέρων αγνοεί τη βάση υπολογισμού της αμοιβής του (π.χ. ανθρωποώρες και κόστος λειτουργίας οχημάτων έναντι συγκεκριμένου αριθμού εργασιών ανά είδος). Η ασάφεια αυτή παραβιάζει ευθέως την αρχή της διαφάνειας και δυσχεραίνει τον αποτελεσματικό έλεγχο της εκτέλεσης.

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω: Οι όροι της Διακήρυξης εμφανίζουν συσσωρευμένη απόκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού και εθνικού δικαίου δημοσίων συμβάσεων. Η μη κατάτμηση του έργου, τα υπέρμετρα κριτήρια συμμετοχής, τα ασαφή κριτήρια ανάθεσης και η ασάφεια στο φυσικό αντικείμενο συνδυαστικά υπονομεύουν τον υγιή ανταγωνισμό, τη διαφάνεια και την αντικειμενική αξιολόγηση. Οι παραλείψεις αυτές προσδίδουν στη Διακήρυξη χαρακτήρα μη σύννομο και άνω του δέοντος περιοριστικό, καθώς διαπιστώνονται όροι επ’ αυτής οι οποίοι αποκλείουν ή καθιστούν ουσιωδώς δυσχερή την συμμετοχή υποψηφίων αναδόχων στο διαγωνισμό (βλ. ΣτΕ 676, 252/2023, 1987/2021, 2631/2020, 1259/2019 κ.α.), δικαιολογώντας ενδεχομένως την παρέμβαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο στάδιο του προσυμβατικού ελέγχου.

3. Ανακήρυξη ως αντιφατικών των όρων της Διακήρυξης και της απόφασης Δημοτικής Επιτροπής:

Α) Αντιφατική κατανομή κόστους ζημιών/ασφαλίστρων: Επιβαρύνεται ο προϋπολογισμός της υπηρεσίας με δαπάνες ζημιών, ασφαλίστρων και τελών κυκλοφορίας εις βάρος της αναθέτουσας αρχής αντί του αναδόχου, ενώ ρητώς ορίζεται αντίθετα στο άρθρο 3 της Συγγραφής Υποχρεώσεων (σελ. 73) ότι τα ανωτέρω βαρύνουν τον ανάδοχο.

Β) Έλλειψη στοιχείων για κόστος αποσβέσεων: Δεν παρατίθενται τα σχετικά συγκριτικά στοιχεία για τον υπολογισμό των αποσβέσεων των απαιτούμενων μέσων, ώστε να ελεγχθεί το κόστος αυτό, όπως επιτάσσει η αρχή της διαφάνειας (βλ. απόφαση Ζ΄ Κλιμακίου Ελ.Συν. 536/2021). Σύμφωνα και με τη λογιστική νομοθεσία, η αποσβεστέα αξία παγίων υπολογίζεται αφού από την τιμή κτήσης αφαιρεθεί η υπολειμματική αξία – στοιχείο που απουσιάζει πλήρως από τη μελέτη κόστους.

Γ) Σύγκρουση όρων ως προς αναπροσαρμογή τιμήματος: Ο όρος της παρ. 4.3.3 της Συγγραφής Υποχρεώσεων (σελ. 77) περί αμοιβής του αναδόχου ορίζει ότι «ο Δήμος δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση για τυχόν μέτρα οποιασδήποτε αρχής και αυξήσεις δαπανών, φόρων, τελών, μισθών κ.λπ. καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης». Αυτός ο όρος έρχεται σε ρητή σύγκρουση με τους όρους της παρ. 4.5.3 της ίδιας Συγγραφής, όπου προβλέπεται αναπροσαρμογή/τροποποίηση της σύμβασης σε περιπτώσεις μεταβολών (σελ. 135). Δημιουργείται έτσι ασάφεια ως προς το αν τελικά επιτρέπεται ή όχι προσαρμογή του οικονομικού αντικειμένου σε μεταβολές κόστους (π.χ. μισθολογικές, καυσίμων), γεγονός που δύναται να οδηγήσει σε αντιδικίες ή αυθαίρετες ερμηνείες.

Δ) Σύγκρουση όρων ως προς απαιτούμενο εξοπλισμό: Ο όρος της παρ. 1.13 του Παραρτήματος Ι (σελ. 164–166), σχετικά με τον συνολικό εξοπλισμό για την εκτέλεση της σύμβασης, έρχεται σε ρητή σύγκρουση με το περιεχόμενο του Αναλυτικού Τιμολογίου Μελέτης. Συγκεκριμένα, οι πίνακες υπολογισμού κόστους κίνησης οχημάτων (άρθρα 5–9, σελ. 58–68) προσδιορίζουν αριθμό απαιτούμενων οχημάτων διαφορετικό από εκείνον που υπονοείται στο Παράρτημα Ι. Αυτή η αντίφαση δημιουργεί νομική ασάφεια ως προς τις ακριβείς υποχρεώσεις του αναδόχου σε μέσα και προσωπικό.

Ε) Παράβλεψη ιδίων μέσων Δήμου – Αντίφαση με μελέτη σκοπιμότητας: Στην παρ. 4 της Μελέτης Σκοπιμότητας (σελ. 11) γίνεται λόγος για “συμπληρωματικές υπηρεσίες” από τον ανάδοχο, κάτι που υποδηλώνει διατήρηση μέρους του έργου από τον Δήμο. Ωστόσο, η Διακήρυξη προβλέπει την ανάθεση του συνόλου του έργου αποκομιδής/καθαριότητας στον ιδιώτη ανάδοχο (σελ. 37–43), για όλες τις δημοτικές ενότητες και όλες τις χρονικές περιόδους (χαμηλή, μεσαία, υψηλή τουριστική περίοδο). Έτσι απαξιώνονται πλήρως τα υφιστάμενα ίδια μέσα του Δήμου, που θα μπορούσαν να εκτελούν μέρος του έργου. Πρόκειται για εγγενή αντίφαση μεταξύ μελέτης σκοπιμότητας και τελικών όρων Διακήρυξης, εγείροντας ζητήματα νομιμότητας και ορθότητας του σχεδιασμού.

4. Καταχρηστικός και άκυρος όρος «Ρήτρας Εχεμύθειας» – Ζητήματα GDPR και δημοσίου συμφέροντος.

Στο άρθρο 7 («Γενικά καθήκοντα, ευθύνες – υποχρεώσεις του αναδόχου») της Συγγραφής Υποχρεώσεων (σελ. 79) και συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 αυτού, περιλαμβάνεται όρος ρήτρας εχεμύθειας ο οποίος ορίζει: «Καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, αλλά και μετά τη λήξη ή λύση αυτής, ο Ανάδοχος (και οι προστηθέντες του) αναλαμβάνει την υποχρέωση να μη γνωστοποιήσει σε τρίτους (συμπεριλαμβανομένων των εκπροσώπων του ελληνικού τύπου), χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση του εργοδότη, οποιαδήποτε έγγραφα ή πληροφορίες που θα περιέλθουν σε γνώση του κατά την εκτέλεση των υπηρεσιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του».

Ο εν λόγω όρος καλύπτει κάθε πιθανή πληροφορία που θα περιέλθει σε γνώση του αναδόχου, χωρίς διάκριση μεταξύ πραγματικά εμπιστευτικών ή ευαίσθητων πληροφοριών και γενικών στοιχείων δημοσίου ενδιαφέροντος. Λόγω της γενικότητάς του κρίνεται υπέρμετρος και ενδέχεται να χαρακτηριστεί καταχρηστικός κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Επιπλέον, η “εφ’ όρου ζωής” δέσμευση που εισάγει – χωρίς εύλογο χρονικό περιορισμό μετά τη λήξη της σύμβασης και χωρίς σαφή ορισμό της φύσης των πληροφοριών – ενισχύει τον καταχρηστικό χαρακτήρα του όρου.

Μια τόσο διατυπωμένη ρήτρα εχεμύθειας εμποδίζει τον Ανάδοχο ή/και τους εργαζομένους του να ασκήσουν νόμιμα δικαιώματά τους. Για παράδειγμα, θα τους απέτρεπε από το να καταγγείλουν παράνομες ή καταχρηστικές πράξεις του εργοδότη (δηλ. του Δήμου ή των εκπροσώπων του) σε αρμόδιες αρχές ή δικαστήρια. Τυχόν εφαρμογή του όρου σε τέτοιες περιπτώσεις θα αντέκειτο σε θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, όπως η ελευθερία έκφρασης (άρθρο 14 Συντ.), καθώς και σε διεθνείς και ενωσιακές υποχρεώσεις της χώρας για την προστασία μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος (whistleblowers). Σε περίπτωση που ο Ανάδοχος χρειαστεί να προσκομίσει εταιρικά έγγραφα ενώπιον δικαστηρίου για να θεμελιώσει έννομο συμφέρον ή αξίωσή του, μια απόλυτη απαγόρευση προσκόμισης αποδείξεων θα ήταν προδήλως άκυρη ως αντίθετη στην απονομή δικαιοσύνης.

Υπόψη ότι το έργο αφορά παροχή υπηρεσιών δημοσίου χαρακτήρα (καθαριότητα δήμου) και άρα άπτεται ζητημάτων δημοσίου συμφέροντος (π.χ. προστασία δημόσιας υγείας, ασφάλειας, περιβάλλοντος). Απαγορεύεται επομένως η θέσπιση όρων που θα απέτρεπαν τη γνωστοποίηση σημαντικών πληροφοριών σε αρμόδιες αρχές ή συλλογικούς φορείς, όταν αυτό απαιτείται για τη διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος. Οποιοσδήποτε συμβατικός όρος που ουσιαστικά απαγορεύει στον ανάδοχο να συμμορφωθεί με νόμιμη υποχρέωση γνωστοποίησης (π.χ. εισαγγελική παραγγελία, κοινοποίηση στοιχείων σε ελεγκτική αρχή) είναι ανίσχυρος. Δεν μπορεί μέσω συμβάσεως να επιβληθεί «σιωπή» στον αντισυμβαλλόμενο εκεί όπου ο νόμος ρητά επιτάσσει διαφάνεια ή γνωστοποίηση (π.χ. για λόγους καταπολέμησης απάτης ή διαφθοράς).

Επιπροσθέτως, ο υπό κρίση όρος δύναται να θεωρηθεί άκυρος διότι υποσκάπτει θεμελιώδη δικαιώματα: το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, την ελευθερία έκφρασης, το δικαίωμα στην πληροφορία, κ.ά. Παραβιάζει τα χρηστά ήθη και τις αρχές καλής πίστης στις συναλλαγές (άρθρο 178, 179, 281 ΑΚ). Ενδέχεται δε να αντίκειται και σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, όπως της εργατικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας προστασίας δεδομένων (ενδεικτικά Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων – GDPR), καθώς και στην αρχή της διαφάνειας στη διοίκηση. Συνολικά, πρόκειται για καταχρηστικό και παράνομο όρο, του οποίου η ακυρότητα θα πρέπει να διαπιστωθεί.

4.         Λοιπές ασαφείς ή υπέρμετρες ρήτρες της σύμβασης

Πέραν της ρήτρας εχεμύθειας, στη Διακήρυξη περιλαμβάνονται και άλλοι όροι εκτέλεσης της σύμβασης που εγείρουν σοβαρά ζητήματα διαφάνειας, αντικειμενικότητας και ισορροπίας συμβατικών υποχρεώσεων:

Α) Τροποποίηση σύμβασης και προαίρεση: Προβλέπεται δυνατότητα τροποποίησης της σύμβασης χωρίς νέα διαγωνιστική διαδικασία, βάσει του άρθρου 132 ν.4412/2016 (Συγγραφή, όρος 4.5). Αν και κάτι τέτοιο επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις από το νόμο, δεν τίθενται στη Διακήρυξη σαφείς και περιοριστικές συνθήκες άσκησης αυτής της δυνατότητας. Επίσης, η μονομερής προαίρεση για παράταση ενός έτους (5+1) αφήνεται στην ευχέρεια της Αναθέτουσας Αρχής χωρίς διαφανή κριτήρια (π.χ. ποιος και πώς κρίνει την αναγκαιότητα επέκτασης). Αυτό δημιουργεί κίνδυνο καταχρηστικής επέκτασης του αντικειμένου ή του προϋπολογισμού χωρίς ανταγωνισμό και χωρίς επαρκή έλεγχο.

Β) Υπερβολική διακριτική ευχέρεια σε υπεργολαβίες: Επιτρέπεται στον κύριο ανάδοχο η ανάθεση μέρους του έργου σε υπεργολάβους σε ποσοστό έως 30% της αξίας χωρίς αυστηρό έλεγχο (όρος 4.4.3), ενώ για υπεργολαβίες άνω του 30% ο έλεγχος γίνεται μόνο εάν η αναθέτουσα αρχή το κρίνει αναγκαίο. Η πρόβλεψη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ανάθεση κρίσιμου μέρους της σύμβασης σε τρίτους χωρίς διαφάνεια, δημιουργώντας σκιώδεις αναδόχους και δυσχεραίνοντας την απόδοση ευθυνών.

Γ) Μονομερής λύση της σύμβασης με αόριστες αιτίες: Η αναθέτουσα αρχή διατηρεί δικαίωμα μονομερούς λύσης/καταγγελίας της σύμβασης σε πληθώρα περιπτώσεων (όρος 4.6), συμπεριλαμβανομένης της αόριστης έννοιας της «ουσιώδους τροποποίησης» ή της «σοβαρής παράβασης όρου». Οι όροι αυτοί δεν ορίζονται σαφώς. Π.χ., τι συνιστά «σοβαρή παράβαση» επαφίεται στην κρίση της Αρχής. Η ασάφεια αυτή μπορεί να οδηγήσει σε αυθαίρετη ενεργοποίηση της καταγγελίας χωρίς αντικειμενικά κριτήρια. Επιπλέον, προβλέπεται ότι σε περίπτωση έκπτωσης/λύσης, μπορεί ο φορέας να καλέσει τον επόμενο μειοδότη για ανάληψη (ρήτρα υποκατάστασης, όρος 4.5.4) – χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται αν η επιλογή αυτή θα γίνεται με αντικειμενική σειρά προτεραιότητας ή κατά διακριτική ευχέρεια.

Δ) Δυσανάλογες κυρώσεις – έλλειψη δικαιωμάτων άμυνας αναδόχου: Οι ρήτρες κυρώσεων παρουσιάζονται ιδιαίτερα επαχθείς για τον ανάδοχο: π.χ. προβλέπονται ποινικές ρήτρες 2,5% ή 5% της αξίας για καθυστερήσεις (όρος 5.2.2) χωρίς να διευκρινίζεται πώς ακριβώς μετράται η υπέρβαση των προθεσμιών (ειδικά αν υπάρξουν παρατάσεις ή ευθύνες τρίτων) και με δυνατότητα σωρευτικής επιβολής, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπέρμετρα ποσά. Επίσης, σε περίπτωση έκπτωσης του αναδόχου (όρος 5.2.1), προβλέπεται αυτόματη κατάπτωση ολόκληρης της εγγύησης καλής εκτέλεσης, ανεξαρτήτως του ύψους της παράβασης, χωρίς διαδικασία σταδιακής επιβολής ή εξέταση της αναλογικότητας της κύρωσης. Επιπλέον, η διαδικασία προσφυγής κατά αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής κατά την εκτέλεση φαίνεται εξαιρετικά περιορισμένη: προβλέπεται προθεσμία 30 ημερών για ένσταση (όρος 5.3) και η απόφαση επί της ενστάσεως είναι οριστική χωρίς άλλη διοικητική προσφυγή, ενώ η άσκηση της ένστασης δεν αναστέλλει αυτομάτως τις κυρώσεις πέραν της ανωτέρω σύντομης προθεσμίας. Ελλείπει ρητή πρόβλεψη για περαιτέρω δικαιώματα του αναδόχου (π.χ. προσφυγή σε ανεξάρτητο όργανο ή διαιτησία), γεγονός που τον αφήνει πρακτικά χωρίς αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα εντός της διοικητικής διαδικασίας.

Ε) Αυτοδίκαιη παραλαβή παραδοτέων – κίνδυνος καταστρατηγήσεων: Στην παρ. 6.3.5 της Συγγραφής προβλέπεται ότι εάν η αρμόδια επιτροπή παραλαβής δεν συντάξει πρωτόκολλο εντός 30 ημερών από την παράδοση κάθε παραδοτέου, τότε το έργο θεωρείται ότι παρελήφθη αυτοδίκαια (δηλ. θεωρείται καλώς εκτελεσμένο ανεξαρτήτως ελέγχου). Μια τέτοια ρήτρα είναι άκρως επισφαλής: ο ανάδοχος θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τυχόν αδράνεια ή καθυστέρηση του φορέα, “προκαλώντας” αυτοδίκαιη παραλαβή χωρίς ουσιαστικό έλεγχο (π.χ. υποβάλλοντας ελλιπή παραδοτέα την τελευταία στιγμή). Αντιστρόφως, η ίδια η υπηρεσία θα μπορούσε να επιλέξει συνειδητά να μην ελέγξει εγκαίρως, “νομιμοποιώντας” εκ των υστέρων πλημμελή εκτέλεση. Η πρόβλεψη αυτή αντίκειται σε διεθνείς καλές πρακτικές, αφού η παραλαβή δημοσίων έργων οφείλει να βασίζεται σε ενεργό έλεγχο και επιβεβαίωση πληρότητας, όχι σε μηχανισμούς σιωπηρής αποδοχής. Επιπλέον, στην παρ. 6.3.6 προβλέπεται ότι μετά την αυτοδίκαιη παραλαβή και πληρωμή, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συστήσει νέα επιτροπή για επανέλεγχο, αγνοώντας τις ενέργειες της αρχικής. Αυτό το σχήμα διπλού και εκ των υστέρων ελέγχου θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγχυση και διαγραφή αποδεικτικών στοιχείων: αν η πρώτη επιτροπή είχε διαπιστώσει προβλήματα (αλλά δεν πρόλαβε να τα τυποποιήσει σε πρωτόκολλο εντός 30 ημερών), η δεύτερη επιτροπή ουσιαστικά ξεκινά έλεγχο από μηδενική βάση, χωρίς να δεσμεύεται από τα αρχικά ευρήματα. Ένα τέτοιο καθεστώς δεν εγγυάται τη διαφάνεια και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί είτε για να καλυφθούν εκ των υστέρων ατέλειες (σε περίπτωση παράλειψης ελέγχου) είτε αντιστρόφως για να βρεθούν προφάσεις επιβολής κυρώσεων ενώ έχει ήδη πραγματοποιηθεί πληρωμή.

Εν συνόλω, οι παραπάνω ρήτρες εκτέλεσης της σύμβασης χαρακτηρίζονται από αοριστία ή υπέρμετρη αυστηρότητα, κλονίζοντας την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ Δήμου και αναδόχου. Τέτοιου είδους όροι, εάν αφεθούν ως έχουν, εγκυμονούν κινδύνους τόσο για το δημόσιο συμφέρον (π.χ. ανεξέλεγκτες τροποποιήσεις, πλημμελής έλεγχος έργου) όσο και για τον ανταγωνισμό και τη νομιμότητα (π.χ. δυνατότητα ευνοιοκρατίας ή εκ των υστέρων αποκλεισμού ανεπιθύμητων αναδόχων). Αποτελούν δε σαφή ένδειξη κακής πρακτικής κατά τη σύνταξη των τευχών, αντιβαίνοντας στις αρχές της διαφάνειας, της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης.

5. Παραβίαση της αρχής της οικονομικότητας

Η τεκμηρίωση της τήρησης της αρχής της οικονομικότητας (value for money) στο σχεδιασμό του έργου είναι ανεπαρκής. Δεν προσκομίζονται πειστικά οικονομικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η ανάθεση του συνόλου των υπηρεσιών σε ιδιώτη ανάδοχο αποτελεί πράγματι την αποδοτικότερη επιλογή για τον Δήμο. Οι αναφορές της μελέτης σκοπιμότητας σε «οικονομίες κλίμακας» είναι γενικές και ατεκμηρίωτες, χωρίς ποσοτική ανάλυση ή επιστημονική τεκμηρίωση. Αντιθέτως, απουσιάζει ολοκληρωμένη συγκριτική μελέτη κόστους-οφέλους που να εξετάζει εναλλακτικά σενάρια, όπως την ενίσχυση της υφιστάμενης δημοτικής υπηρεσίας καθαριότητας.

Δεν παρουσιάζεται, για παράδειγμα, καμία ανάλυση του κόστους για την επίτευξη της εύρυθμης λειτουργίας της Διεύθυνσης Καθαριότητας & Ανακύκλωσης μέσω προσλήψεων μόνιμου και εποχιακού προσωπικού και προμήθειας εξοπλισμού/οχημάτων (π.χ. με χρηματοδοτική μίσθωση – leasing), παρότι θα ανέμενε κανείς ότι ένα τόσο δαπανηρό έργο θα συγκρινόταν με μια εναλλακτική λύση ενίσχυσης της υπηρεσίας εκ των έσω. Σύμφωνα μάλιστα με την Ειδική Διοικητική Προσφυγή του Συλλόγου Υπαλλήλων Δήμου Ροδίων (Σχετ.2Α, 2Β), μια τέτοια λύση είχε διερευνηθεί: υπολογίστηκε ότι με προσλήψεις προσωπικού και leasing οχημάτων το κόστος θα ανερχόταν σε ~8.502.984 € κατ’ έτος, ήτοι ~42,7% χαμηλότερο στην πενταετία από το κόστος της προκηρυχθείσας σύμβασης, ενώ τα οχήματα θα παρέμεναν στην ιδιοκτησία του Δήμου για χρήση επί 15ετία. Τα στοιχεία αυτά, που καταδεικνύουν μια εξαιρετικά συμφέρουσα εναλλακτική λύση για τον Δήμο, αγνοήθηκαν παντελώς στη μελέτη της Διακήρυξης.

Συνεπώς, γεννάται σοβαρό ζήτημα μη τήρησης της αρχής της οικονομικότητας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Η Διοίκηση όφειλε να έχει αιτιολογήσει για ποιο λόγο η επιλογή της πλήρους ιδιωτικοποίησης είναι επωφελέστερη οικονομικά, παρουσιάζοντας σχετικά στοιχεία κόστους. Η έλλειψη τέτοιας τεκμηρίωσης συνιστά ουσιώδη παράλειψη.

6. Πλημμελή και παράνομη διαδικασία ανάδειξης οριστικού Αναδόχου.

Ο Δήμος Ρόδου διενήργησε τον από 24 12 2024 ανοικτό ηλεκτρονικό διαγωνισμό με τίτλο «Υπηρεσίες Αποκομιδής Αστικών Στερεών Αποβλήτων και σάρωσης Κοινόχρηστων Οδών», με καταληκτική προθεσμία υποβολής προσφορών τις 29-01-2025 (ώρα 00:00) μέσω ΕΣΗΔΗΣ (24PROC016079415).

Έπειτα, με την υπ’ αρ. 217/03-04-2025 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής εγκρίθηκαν τα Πρακτικά I (04-02-2025), ΙΙ (11-03-2025) και III (24-03-2025) της 3μελούς Επιτροπής Αξιολόγησης της Διακήρυξης (Σχετ.5).

Στη συνέχεια, με την 276/06-05-2025 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής ανακαλείται η ισχύς της 217/2025 απόφασης και «επαναεγκρίνονται» τα Πρακτικά Ι, ΙΙ και ΙΙΙ. Η έγκριση αυτή πραγματοποιείται χωρίς νέα – μεταγενέστερη συνεδρίαση της 3μελούς Επιτροπής Αξιολόγησης και συμπεριλαμβάνεται επιπροσθέτως στο Πρακτικό ΙΙΙ το αρ. Πρωτ. 20044/16-04-2025 εκπρόθεσμο αίτημά της Επιτροπής Αξιολόγησης προς το Σ.ΕΠ.Ε. και τα υπ’ αρ. Πρωτ. 222755 & 222865/17-04-2025 απαντητικά έγγραφα αυτού για τον προσωρινό ανάδοχο (Σχετ.6). Συγκεκριμένα:

Α) Παράβαση της περιπτ.β, παρ.2 του άρθρου 22 του ν. 4144/2013.

Η ως άνω διάταξη υποχρεώνει την Αναθέτουσα Αρχή ρητώς πως «ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ υποβολής των προσφορών, να υποβάλλει αίτημα προς τη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού του Σ.ΕΠ.Ε για την χορήγηση του πιστοποιητικού από το οποίο να προκύπτουν ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ που έχουν εκδοθεί σε βάρος εκάστου των υποψηφίων εργολάβων».

Στην 276/2025 απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής υπάρχει ομολογία για ουσιώδες τυπικό πρόβλημα επί της διαδικασίας αξιολόγησης, καθώς το υποχρεωτικό αίτημα της αναθέτουσας αρχής προς το Σ.ΕΠ.Ε. απεστάλη στις 16-04-2025, δηλαδή από τη μία 77 ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας προσφορών, αφού είχαν ήδη ανοιχτεί τεχνικές και οικονομικές προσφορές, κι από την άλλη 23 ημέρες μετά την ανάδειξη του Οριστικού Αναδόχου, καταλύοντας τον προληπτικό χαρακτήρα του ελέγχου, εγκυρότητας της διαδικασίας και επισύροντας ακυρότητα, καθώς σύμφωνα με την 630/2021 ΑΕΠΠ «Η κατάθεση των δικαιολογητικών του προσωρινού αναδόχου απαιτείται να γίνεται με την κατάθεση της προσφοράς… πρέπει να δηλώνεται υπευθύνως ότι δεν έχουν εκδοθεί πράξεις επιβολής προστίμου ΣΕΠΕ στα δύο (2) έτη πριν την προθεσμία προσφορών».

Επιπλέον της ακυρότητας λόγω μη κατάθεσης μαζί με την προσφορά, διαπιστώνεται και το ελλιπές περιεχόμενο του εκπρόθεσμου πιστοποιητικού Σ.ΕΠ.Ε., καθώς τα έγγραφα 222755 & 222865/17-04-2025 αναφέρουν αποκλειστικά παραβάσεις «υψηλής/πολύ υψηλής» σοβαρότητας και αδήλωτης εργασίας. Δηλ. έρχονται σε σύγκρουση με τη ως άνω ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία στο πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρονται ΌΛΕΣ οι πράξεις επιβολής προστίμου, δηλαδή και η καταγραφή τυχόν παραβάσεων μικρότερης βαρύτητας.

Β. Παραβίαση της περιπτ. δ, παρ.2 του άρθρου 22 του ν. 4144/13.

Από τα Πρακτικά Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, καθώς και από το σώμα της 276/2025 απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής διαπιστώνεται η απουσία προσκόμισης/κατάθεσης ένορκης βεβαίωσης του αναδόχου (εταιρείες παροχής υπηρεσιών καθαρισμού) για το τμήμα χρόνου που δεν καλύπτεται από το Μητρώο Παραβατών, καθιστώντας αυτήν την παράλειψη ή καθυστέρηση ουσιώδη τυπική παράβαση και οδηγεί υποχρεωτικά σε απόρριψη/ακυρότητα της προσφοράς (ΑΕΠΠ, 630/2021).

Γ. Παραβίαση όρων της Διακήρυξης και της 901/2024 απόφασης Δημοτικής Επιτροπής.

Συγκεκριμένα, στο Κεφ. 3 με τίτλο «Διενέργεια διαδικασίας- αξιολόγηση προσφορών» ρητώς αναφέρει (σελ.125): «Η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται, αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των προσφορών, να υποβάλει γραπτό αίτημα προς τη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για τη χορήγηση πιστοποιητικού, από το οποίο να προκύπτουν όλες οι πράξεις επιβολής προστίμου που έχουν εκδοθεί εις βάρος εκάστου των υποψήφιων εργολάβων.» Από την προσβαλλόμμενη απόφαση (276/2025) διαπιστώνεται χωρίς αμφισβήτηση η παραβίαση του όρου αυτού (υποχρέωση) και συνεπώς, η ρητή ακυρότητά της.

Δ) Παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ν. 2690/1999, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει

Κάθε διοικητική πράξη από συλλογικό όργανο πρέπει να εκδίδεται μετά από νόμιμη συνεδρίαση αυτού. Η απλή αναφορά της εκπρόθεσμης αποστολής του αιτήματος προς τον Σ.ΕΠ.Ε. για έκδοση πιστοποιητικού, χωρίς εκ νέου συνεδρίαση της Επιτροπής Αξιολόγησης για σύνταξή νέου ή ορθή επανάληψη του Πρακτικού ΙΙΙ, είναι παράνομη και δεν μπορεί να ληφθεί ως δεσμευτική απόφαση της ως άνω Επιτροπής.

Ομοίως, ακυρότητα επιφέρει το γεγονός πως τα ίδια τα πιστοποιητικά ούτε προσαρτώνται στο Πρακτικό ΙΙΙ, ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε όμως συνοψίζεται ρητώς το περιεχόμενό τους εντός αυτών. Πρόκειται για παραβίαση του άρθρου 17 του ν. 2690/1999, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καθώς η ανεπαρκής αναφορά στα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε συγκεκριμένο έγγραφο ή πιστοποιητικό, πρέπει είτε να το παραθέτει συνοπτικά είτε να το επισυνάπτει, διαφορετικά επιφέρει ακυρότητα (ΣτΕ 2055/2018, 3291/2017, 3920/2021).

7. Ποινικές ευθύνες από παραλείψεις της δημοτικής αρχής

Αξίζει να επισημανθεί ότι η διοικητική πρακτική που ακολουθήθηκε πριν την προσφυγή στη λύση της ιδιωτικοποίησης ενδέχεται να θεμελιώνει ποινικές ευθύνες των αρμοδίων οργάνων του Δήμου Ρόδου. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος Αντιδήμαρχος Καθαριότητας και ο αρμόδιος Αντιδήμαρχος Τροχαίου Υλικού, στους οποίους είχε μεταβιβαστεί η σχετική αρμοδιότητα από τον Δήμαρχο, παρέλειψαν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους για την εύρυθμη λειτουργία των αντίστοιχων υπηρεσιών. Δεν προχώρησαν στις επιβεβλημένες ενέργειες: προσλήψεις αναγκαίου μόνιμου ή έστω εποχιακού προσωπικού, βέλτιστη κατανομή του ήδη υπηρετούντος προσωπικού (π.χ. αξιοποίηση διαθέσιμων οδηγών), τακτική συντήρηση και προστασία της δημοτικής περιουσίας (οχημάτων και μηχανημάτων της Διεύθυνσης Καθαριότητας), καθώς και προμήθεια όλων των απαιτούμενων νέων οχημάτων (π.χ. μέσω leasing) για τη λειτουργία της υπηρεσίας. Η συστηματική αυτή παράλειψη οδήγησε στην απαξίωση των δημοτικών μέσων καθαριότητας και άνοιξε τον δρόμο για επίκληση “αδυναμίας” του Δήμου ώστε να δικαιολογηθεί η ανάθεση σε ιδιώτη.

Οι παραλείψεις αυτές ενδέχεται να συνιστούν τα ποινικά αδικήματα της παράβασης καθήκοντος και της διασπάθισης/καταστροφής δημόσιας περιουσίας, καθώς ο Δήμος διέθετε πόρους (π.χ. οχήματα, θέσεις προσωπικού) που δεν αξιοποιήθηκαν σκοπίμως ή από αμέλεια. Ήδη, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, κατόπιν ενεργειών του Συλλόγου έχει διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση (Σχετ.3) για διερεύνηση τυχόν τέτοιων αδικημάτων. Επιπλέον, έγγραφα των υπηρεσιών του Δήμου επιβεβαιώνουν την πλημμελή διαχείριση: σύμφωνα με το υπ’ αρ. 2/16255/29-03-2022 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου Ρόδου (Σχετ.7) και τους συνημμένους σε αυτό πίνακες προσωπικού (Σχετ.8), ο Δήμος διέθετε 77 οδηγούς Δ.Ε., εκ των οποίων μόνο 45 υπηρετούσαν στη Δ/νση Καθαριότητας και στα Γραφεία Καθαριότητας των Δημοτικών Ενοτήτων. Υπήρχε δηλαδή δυνατότητα ανακατανομής ή ενίσχυσης προσωπικού που δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς.

Η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση και Διακήρυξη δεν κάνει καμία μνεία σε ενέργειες της δημοτικής αρχής για ενίσχυση της υπηρεσίας με ίδια μέσα, ούτε αιτιολογεί γιατί αποκλείστηκε εκ των προτέρων αυτή η λύση. Η έλλειψη αυτή, εκτός από διοικητικά και οικονομικά ζητήματα, τεκμηριώνει και τις προαναφερθείσες ποινικές ευθύνες: ουσιαστικά, η διοίκηση φαίνεται να δημιούργησε τις προϋποθέσεις “αδυναμίας” του Δήμου με τις μη πράξεις της, αντί να εξαντλήσει τις δυνατότητες που παρείχε ο νόμος για την κάλυψη των αναγκών καθαριότητας με ίδια μέσα.

8. Δυσανάλογος και αναπόδεικτος προϋπολογισμός ύψους ~89 εκατ. €

Ο προϋπολογισμός της Διακήρυξης – ύψους 59,82 εκατ. € προ ΦΠΑ για 5 χρόνια (ή 74,18 εκατ. € με ΦΠΑ) και με δυνατότητα επέκτασης ενός έτους φτάνει συνολικά τα ~89 εκατ. € – κρίνεται ιλιγγιώδης και εκτός τεκμηρίωσης. Συγκεκριμένα, το ποσό αυτό είναι εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με τα πραγματικά απολογιστικά ετήσια έσοδα του Δήμου από τα ανταποδοτικά τέλη καθαριότητας (βλ. παρ.1 άρθρου 185 ν.4555/2018). Επιπλέον, ο προϋπολογισμός εμφανίζεται εκθετικά δυσανάλογος σε σύγκριση με το κόστος παροχής παρόμοιων υπηρεσιών καθαριότητας που ο Δήμος είχε κληθεί να καταβάλει σε προηγούμενη αντίστοιχη σύμβαση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με προγενέστερη σύμβαση του Δήμου (Σχετ.9, αρ. πρωτ. 17SYMV006293996/2017), η οποία κάλυπτε περίπου το 50% των αναγκών καθαριότητας του νησιού, είχε συμφωνηθεί συνολικό ετήσιο κόστος 3,96 εκατ. € (με ΦΠΑ). Στο ποσό αυτό περιλαμβανόταν μάλιστα και το κόστος προσωπικού για τη λειτουργία του ΧΥΤΑ και του ΚΔΑΥ, αρμοδιότητες που πλέον έχουν μεταβιβαστεί στον οικείο ΦΟΔΣΑ. Συνεπώς, για να καλυφθεί το 100% των αναγκών, το λογικά αναμενόμενο κόστος θα ήταν περί τα 7–8 εκατ. € ετησίως. Αντιθέτως, η ελεγχόμενη Διακήρυξη εκτοξεύει το ετήσιο κόστος καθαριότητας στα ~14,84 εκατ. € (74,18 εκατ. € /5), χωρίς σε αυτό να περιλαμβάνεται το κόστος λειτουργίας/συντήρησης των δημοτικών υποδομών (το οποίο παραμένει στον Δήμο). Πρόκειται για υπερδιπλασιασμό του κόστους. Καμία μελέτη εντός των τευχών δεν αιτιολογεί ή αποδεικνύει την αναγκαιότητα αυτής της ακραίας αύξησης. Ανεξαρτήτως νομικότητας, το γεγονός αυτό δοκιμάζει το κοινό περί δικαίου αίσθημα και γεννά εύλογα ερωτήματα χρηστής διαχείρισης – π.χ. αν θα ήταν συμφερότερο ο Δήμος κυριολεκτικά να εξαγοράσει (να αποκτήσει την κυριότητα) τα μέσα και το προσωπικό των ιδιωτών αντί να πληρώνει τέτοια ποσά για υπηρεσίες ορισμένου χρόνου.

Εν τέλει, ο προϋπολογισμός των ~89 εκατ. € δεν αποδεικνύεται ούτε στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Αντιθέτως, συγκρινόμενος με εναλλακτικά σενάρια (προγενέστερη σύμβαση, εσωτερική παροχή υπηρεσιών), εμφανίζεται προδήλως δυσανάλογος και μη συμφέρων για τον Δήμο.

9. Κίνδυνος βιωσιμότητας του Δήμου Ρόδου

Με την υπ’ αριθμ. 392/2024 αναβλητική Πράξη του Ζ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Σχετ.10) ζητήθηκε να προσκομισθεί το πρόγραμμα αποκατάστασης οικονομικής λειτουργίας του Δήμου Ρόδου, εγκεκριμένο από το αρμόδιο όργανο διοίκησης ή την αρμόδια ελεγκτική αρχή, συνοδευόμενο από έκθεση εκτίμησης ορκωτών λογιστών σχετικά με έγκριση το Ελεγκτικού Συνεδρίου για λήξη νέου δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Ουδέποτε όμως κατατέθηκε το πρόγραμμα αποκατάστασης οικονομικής λειτουργίας του Δήμου Ρόδου, παρόλο το γεγονός πως στις Οικονομικές Καταστάσεις έτους 2023 (Σχετ. 11), εγκεκριμένες από Ορκωτούς Λογιστές ο Δήμος Ρόδου εμφανίζει οργανικά και έκτακτα έσοδα 83,95 εκατ. ευρώ έναντι συνολικών εξόδων 102,77 εκατ. ευρώ, δηλαδή ετήσιο έλλειμμα 18,83 εκατ. ευρώ, με τις σωρευμένες ζημίες να ανέρχονται ήδη σε 55,16 εκατ. ευρώ. Περίπου το 45% των εσόδων του προέρχεται από κρατικές επιχορηγήσεις, γεγονός που αποκαλύπτει έντονη εξάρτηση από εξωγενείς πόρους και περιορισμένη ιδία φοροδοτική ικανότητα. Επίσης, τα ταμειακά διαθέσιμα (11,5 εκατ. ευρώ) υπολείπονται σημαντικά των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων (31,7 εκατ. ευρώ), με δανειακές υποχρεώσεις ύψους 21.188.105,37€ προσαυξημένες επιπλέον κατά 9.521.003,14€ από νέα χορήγηση δανείου εντός τους 2024 εκ μέρος του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Με δεδομένο ότι ο προϋπολογισμός της Διακήρυξης – ύψους 59,82 εκατ. ευρώ προ ΦΠΑ για 5 χρόνια (ή 74,18 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ) και με δυνατότητα επέκτασης ενός έτους φτάνει συνολικά τα ~89 εκατ. ευρώ και θα επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη ελλειμματική Οικονομική Κατάσταση του Δήμου Ρόδου, τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο Δήμος στερείται της δημοσιονομικής ευχέρειας να αναλάβει μια τέτοια πολυετή υποχρέωση χωρίς να παραβιάσει τις θεμελιώδεις αρχές χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ανταποδοτικότητας, με άμεσο αποτέλεσμα τον κίνδυνο βιωσιμότητάς του.

Συμπέρασμα – Αίτημα

Η απόφαση 901/2024 απόφαση Δημοτικής Επιτροπής, καθώς και η Διακήρυξη για σύναψη πολυετούς σύμβασης πλήρους ιδιωτικοποίησης της υπηρεσίας καθαριότητας του Δήμου Ρόδου συγκεντρώνει, όπως αναλύθηκε, πολλές και σοβαρές ενδείξεις παραβίασης της νομιμότητας. Οι όροι της Διακήρυξης παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές του εθνικού και ενωσιακού δικαίου δημοσίων συμβάσεων, όπως την αναλογικότητα, τη διαφάνεια, την ίση μεταχείριση και τον ανταγωνισμό, ενώ εγείρονται θέματα και με την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Επίσης, διαπιστώνονται εσωτερικές αντιφάσεις και καταχρηστικές ρήτρες που καθιστούν την σύμβαση νομικά ευάλωτη.

Λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η σύμβαση υπόκειται σε προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο (ν.4700/2020, αρ. 324 επ.), παρακαλώ το σεβαστό Δικαστήριο να ελέγξει ενδελεχώς τους προαναφερθέντες προβληματικούς όρους και τα πραγματικά περιστατικά. Κατόπιν του ελέγχου αυτού, αιτούμαι να μην εγκριθεί η σύναψη της συγκεκριμένης σύμβασης. Η μη έγκριση θα υποχρεώσει το Δήμο Ρόδου να διαφυλάξει το δημόσιο συμφέρον, τη νομιμότητα και τα χρήματα των δημοτών.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, και για όσους τυχόν επιπλέον κληθώ να διευκρινίσω, θέτω υπ’ όψη σας τα προεκτεθέντα και παρακαλώ για τη συνεκτίμησή τους στο πλαίσιο του ασκούμενου προσυμβατικού ελέγχου προς ακύρωση της Διακήρυξης , της διαγωνιστικής διαδικασίας και κάθε Πράξεων αυτής.

Ρόδος, 26/05/2025
















Discover more from Εργατική Πρωτοπορία Δήμου Ρόδου

Subscribe to get the latest posts sent to your email.