Με την Απόφαση 935/2025 της Δημοτικής Επιτροπής, η οποία αναρτήθηκε στις 16-12-2025 στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ και έλαβε ΑΔΑ: ΨΥΡ1Ω1Ρ-4Ρ7, εγκρίθηκε η μελέτη σκοπιμότητας, η τεχνική μελέτη και καταρτίστηκαν οι όροι του διεθνούς ανοικτού διαγωνισμού σχετικά με υπηρεσίες δημοσίων επιβατικών μεταφορών. Ο προϋπολογισμός της μελέτης ανέρχεται σε 2.847.324,68 € πλέον ΦΠΑ 13% (3.217.476,89 € με ΦΠΑ) και με το δικαίωμα προαίρεσης στα 6.434.953,76 € με ΦΠΑ.
Επειδή, υπάρχουν αντιφάσεις στους όρους της διακήρυξης για το κριτήριο ανάθεσης και τους όρους τιμολόγησης. Συγκεκριμένα, καταγράφονται αντιφατικές διατυπώσεις ως προς το κριτήριο ανάθεσης, καθώς στην παρ. 2.4.4 αναφέρεται ως κριτήριο «η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, βάσει βέλτιστης σχέσης ποιότητας – τιμής», ενώ στις παρ. 2.3 και 1.3 ρητά αναφέρεται πως το κριτήριο είναι αποκλειστικά βάσει τιμής. Η δε παρ. 2.3.1. στην οποία παραπέμπει η παρ. 2.4.4. δεν υφίσταται. Παράλληλα, δηλώνεται ρητώς στην παρ. 2.3. πως οι προσφερόμενες τιμές παραμένουν σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια, ενώ στην παρ. 2.4.4. αυτές αναπροσαρμόζονται. Οι ενδεικτικές ως άνω αντιφάσεις δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς τη μεθοδολογία αξιολόγησης και παραβιάζουν την αρχή της διαφάνειας.
Επειδή, υπάρχει ατεκμηρίωτη διόγκωση στο πόσο θα κόστιζε η υπηρεσία εάν την εκτελούσε ο Δήμος, καθώς διαπιστώνεται υποκειμενικός κι όχι αντικειμενικός υπολογισμός της μισθοδοσίας του προσωπικού. Συγκεκριμένα, στον πίνακα επί της σελ.35 υιοθετείται ως βάση υπολογισμού της μηνιαίας μισθοδοσίας η παραδοχή των 2.000 € ανά υπάλληλο/μήνα, χωρίς να τεκμηριώνεται σε πραγματικά μισθολογικά δεδομένα του Ενιαίου Μισθολογίου ή σε επίσημη μισθολογική αποτύπωση για συγκρίσιμες ειδικότητες. Επιπλέον, υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στο Δήμο και τον Ιδιώτη τόσο στον αριθμό των υπαλλήλων, όσο και στην κατηγορία εκπαίδευσης. Ως εκ τούτου, ο υπολογισμός του «κόστους στο Δήμο» καθίσταται μη επαληθεύσιμος και δυνητικά υπερεκτιμημένος. Τα ως άνω έχουν άμεσο αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η συγκριτική αποτίμηση έναντι της ανάθεσης σε Ιδιώτη και να δημιουργείται μια «ψευδής» εικόνα της οικονομικής υπεροχής του Ιδιώτη χωρίς επαρκή και αντικειμενική βάση. Η πλημμέλεια αυτή θίγει την αρχή της διαφάνειας και της χρηστής/οικονομικής διαχείρισης, καθώς επηρεάζει ουσιωδώς την τεχνικοοικονομική τεκμηρίωση, η οποία στηρίζει τον σχεδιασμό της σύμβασης, την εκτιμώμενη αξία και, εν τέλει, την τεκμηρίωση σκοπιμότητας της επιλογής του μοντέλου ανάθεσης. Για λόγους νομιμότητας η ως άνω απόφαση/διακήρυξη οφείλει να ακυρωθεί.
Επειδή, διαπιστώνεται η χρήση γενικών μισθολογικών στοιχείων από μια αόριστη προηγούμενη διαγωνιστική διαδικασία, η οποία δεν αναφέρεται πουθενά. Η χρήση προκαθορισμένων τιμών από προηγούμενη διαδικασία αποτελεί αδυναμία επαλήθευσης (στοιχεία και σύνθεση ωρομισθίου), πλήττοντας τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση, καθώς επιφέρει μη ενιαία βάση κοστολόγησης. Στερεί τους υποψήφιους αναδόχους από τη δυνατότητά τους να υποβάλουν ανταγωνιστικές οικονομικές προσφορές βασισμένες σε δικούς τους υπολογισμούς, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται καθοριστικά οι αρχές της ανοικτής και ισότιμης πρόσβασης κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 18 ν.4412/2016 (ίση μεταχείριση, διαφάνεια, αναλογικότητα και υποχρέωση αποφυγής αδικαιολόγητου περιορισμού του ανταγωνισμού). Η πρακτική αυτή είναι δύναται να οδηγήσει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού και σε άνιση αφετηρία πληροφόρησης/κοστολόγησης μεταξύ των υποψηφίων αναδόχων, ευνοώντας de facto κάποιον οικονομικό φορέα, ο οποίος διαθέτει ήδη γνώση ή δεδομένα από την προηγούμενη διαδικασία, με αποτέλεσμα να υπονομεύει τη διαφάνεια και τη συγκρισιμότητα των προσφορών.
Επιπλέον, στους πίνακες επί των σελ. 37-38 υιοθετείται χωρίς καμία ανάλυση ως βάση υπολογισμού του ωρομισθίου η παραδοχή των 14,71 € για τους Οδηγούς και 10,75 € για τους υπόλοιπους. Δεν υπάρχει καμία ανάλυση εάν συμπεριλαμβάνονται π.χ. τα ΜΑΠ/Γάλα, οι υπερωρίες, επιδόματα, κ.α.. Ομοίως, η προκαθορισμένη προσαύξηση 5% λόγω «επικείμενης αύξησης του κατωτάτου μισθού στο 2026», όχι μόνο δεν υπολογίζεται στους εν λόγω πίνακες, αλλά συνιστά μια γενική ποσοστιαία παραδοχή χωρίς ειδική και επαληθεύσιμη μεθοδολογία. Τυχόν μελλοντικές μεταβολές του κόστους (ενδεικτικά λόγω μεταβολής κατώτατου μισθού) δεν μπορούν να προεξοφλούνται στον προϋπολογισμό μέσα από μια γενική ποσοστιαία προσαύξηση. Οφείλουν να ρυθμίζονται, εφόσον προβλέπονται, αποκλειστικά μέσω μιας σαφούς ρήτρας αναπροσαρμογής/μηχανισμού υπολογισμού στα τεύχη, με προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής, των παραμέτρων και της διαδικασίας ενεργοποίησης, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η συγκρισιμότητα των προσφορών.
Τα ως άνω έχουν άμεσο αποτέλεσμα: α) να αλλοιωθεί η συγκριτική αποτίμηση έναντι της ανάθεσης σε Ιδιώτη και να δημιουργείται μια «ψευδής» εικόνα της οικονομικής υπεροχής του Ιδιώτη χωρίς επαρκή και αντικειμενική βάση, β) τη δημιουργία αβεβαιότητας στους συμμετέχοντες της διακήρυξης, γ) κίνδυνο προσβολής της διαφάνειας και υπέρβαση του κόστους της σύμβασης και δ) παραβίαση των αρχών της ανοικτής και ισότιμης πρόσβασης κατά παράβαση των θεμελιωδών αρχών του άρθρου 18 του ν. 4412/2016 (ίση μεταχείριση, διαφάνεια, αναλογικότητα και υποχρέωση αποφυγής αδικαιολόγητου περιορισμού του ανταγωνισμού). Για λόγους νομιμότητας η ως άνω απόφαση/διακήρυξη οφείλει να ακυρωθεί.
Επειδή, υπάρχουν αντικρουόμενοι όροι επί της διακήρυξης. Συγκεκριμένα, επί της τεχνικοοικονομική τεκμηρίωσης στη σελ. 38 αναφέρεται ρητά πως το κόστος για την προμήθεια καυσίμων και λιπαντικών στα οχήματα του αναδόχου δεν συμπεριλαμβάνεται στο συμβατικό τίμημα, καθώς θα καλυφθεί απευθείας από τον Δήμο (ενδεικτικά δαπάνη περίπου στα 1,06 εκατ. ευρώ). Αντιθέτως, σε άλλο σημείο των τευχών/σχεδίου σύμβασης και συγκεκριμένα επί της «Συγγραφής Υποχρεώσεων» στο άρθρο 3 προβλέπεται ρητώς πως τα λειτουργικά έξοδα κίνησης των οχημάτων του αναδόχου, συμπεριλαμβανομένων καυσίμων και λιπαντικών, βαρύνουν τον ανάδοχο. Η ανακολουθία αυτή ως προς την ένταξη ή μη ένταξη του κόστους καυσίμων/λιπαντικών στο συμβατικό τίμημα και ως προς την κατανομή της σχετικής οικονομικής επιβάρυνσης δημιουργεί ουσιώδη αβεβαιότητα για το πραγματικό οικονομικό αντικείμενο, επηρεάζει την κοστολόγηση και υπονομεύει τη συγκρισιμότητα των προσφορών. Για αυτό η ως άνω απόφαση/διακήρυξη οφείλει να ακυρωθεί.
Επειδή διαπιστώνεται χωρίς τεκμηρίωση – αυθαίρετη παραδοχή και εν τέλει στρέβλωση της εκτιμώμενης αξίας. Συγκεκριμένα,πρόκειται για σύμβαση παροχής υπηρεσιών, στην οποία νομοθετικά δεν υφίσταται θεσμοθετημένο/τυποποιημένο ποσοστό «διοικητικού κόστους» ή «εργολαβικού κέρδους» αντίστοιχο των δημοσίων έργων. Οι εν λόγω ποσοστιαίες παραδοχές οφείλουν να τεκμηριώνονται ειδικά με επαληθεύσιμη μεθοδολογία (π.χ. συγκριτικά δεδομένα αγοράς/ιστορικά στοιχεία/ανάλυση κόστους). Στην προκειμένη περίπτωση, η υιοθέτηση ποσοστού 6,5% ως «διοικητικό κόστος» και ποσοστού 8% ως «εργολαβικό κέρδος/όφελος» (συνολικά 14,5%), υιοθετούνται στην μελέτη χωρίς σαφή ανάλυση του τι ακριβώς καλύπτουν, χωρίς υπόδειγμα υπολογισμού τους, χωρίς τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς του και της εύλογης στάθμισής τους. Οι ασάφειες/ελλείψεις αυτές καθιστούν τον προϋπολογισμό και την τεχνικοοικονομική τεκμηρίωση μη ελέγξιμη και δυνητικά στρεβλωτική ως προς την εκτιμώμενής της αξία. Η πλημμέλεια αυτή επηρεάζει τη διαφάνεια της διαδικασίας και την κοστολόγηση των συμμετεχόντων, καθώς οι οικονομικοί φορείς δεν γνωρίζουν εάν οι ως άνω ποσοστιαίες επιβαρύνσεις αποτελούν τεκμηριωμένο στοιχείο της εκτίμησης κόστους ή αυθαίρετη παραδοχή, γεγονός που δύναται να επηρεάσει τη συγκρισιμότητα των προσφορών και την ορθότητα της δημοσιονομικής τεκμηρίωσης. Για αυτό η ως άνω απόφαση/διακήρυξη οφείλει να ακυρωθεί.
Επειδή, οι όροι για την ρήτρα αναπροσαρμογής εμπεριέχουν ελλείψεις και ασάφειες επί τον υπολογισμό και τη διαδικασίας εφαρμογής αυτής. Ως προς τον υπολογισμό η ρήτρα αναπροσαρμογής λόγω μεταβολής κατώτατου μισθού υπολογίζεται επί της παρ. 6.5.1. με μαθηματικό τύπο, ο οποίος είναι ουσιωδώς ανεπαρκής/ελλιπής. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι προβληματικός ως προς το τι αναπροσαρμόζει και το πώς, αφού υπολογίζει την αύξηση μισθού στο σύνολο της τιμής, όχι στο μέρος που αφορά μόνο τη μισθοδοσία. Η αύξηση κατώτατου μισθού επηρεάζει μόνο το εργατικό κόστος (και ίσως έμμεσα κάποιες εισφορές), όμως όχι τα λοιπά κόστη π.χ. συντήρηση/διοικητικά/κέρδος κ.α. Έτσι, ο ανάδοχος «αποζημιώνεται» σαν να αυξήθηκαν όλα τα κόστη του κατά α%, αυξάνοντας υπερβολικά το κόστος της διακήρυξης. Επιπλέον, υπάρχουν κι άλλες ελλείψεις για τον υπολογισμό της αναπροσαρμογής της τιμής, όπως π.χ. για το από πότε θα ισχύει η αναπροσαρμογή (ημερομηνία ΦΕΚ, ημερομηνία έναρξης ισχύος, επόμενο τιμολόγιο), για το εάν θα εφαρμόζεται άπαξ ή κάθε φορά που αλλάζει ο κατώτατος, για το εάν θα προβλέπεται και περίπτωση μείωσης (μειωμένες αποδοχές, κ.α.), για το εάν θα έχουν μεσολαβήσει αρκετοί μήνες από την υποβολή προσφορών μέχρι την υπογραφή, κ.α.
Ως προς τη διαδικασία εφαρμογής της υπάρχουν αντικρουόμενοι όροι της διακήρυξης επί της παρ. 6.5.1., καθώς ο ένας απαιτεί την τροποποίηση της οικείας σύμβασης σύμφωνα με την περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 132 του ν.4412/2016, ενώ ο δεύτερος (λίγο πιο κάτω) ρητά αναφέρει πως δεν απαιτείται η τροποποίηση της σύμβασης. Συγκεκριμένα, αυτό αποτελεί ουσιώδες ελάττωμα της διακήρυξης, καθώς αφορά όρο τιμής (πόσα θα πληρωθεί ο ανάδοχος), δηλ. εάν κάποιος υπολογίσει πως η ρήτρα θα του αυξήσει το έσοδο, μπορεί να δώσει χαμηλότερη προσφορά, ενώ εάν κάποιος άλλος φοβηθεί πως δεν θα εφαρμοστεί ή θα εφαρμοστεί αλλιώς, θα δώσει υψηλότερη προσφορά ή θα μη συμμετέχει.
Τα ως άνω επιφέρουν στρεβλώσεις στον οικονομικό υπολογισμό και την κατανομή κινδύνου, αφού οι οικονομικοί φορείς δεν αποτιμούν με ενιαίο τρόπο την ως άνω ρήτρα (άλλοι προεξοφλούν «ολική» αναπροσαρμογή, άλλοι την τιμολογούν πιο συντηρητικά), γεγονός που πλήττει τη σύγκριση των προσφορών, την αρχή της διαφάνειας και την ίση μεταχείριση. Για αυτό η ως άνω απόφαση/διακήρυξη οφείλει να ακυρωθεί.
Επειδή, διαπιστώνεται ανεπαρκής αιτιολόγηση προς επίκληση επισπευσμένης προθεσμίας υποβολής προσφορών. Συγκεκριμένα, στην παρ. 1.2. γίνεται χρήση της δυνατότητας μείωσης της προθεσμίας υποβολής προσφορών σε 15 ημέρες, λόγω επείγουσας ανάγκης που συνδέεται με την τουριστική περίοδο. Ωστόσο, η εποχικότητα είναι προβλέψιμη παράμετρος και απαιτείται ιδιαιτέρως τεκμηριωμένη αιτιολόγηση, ώστε να δικαιολογηθεί η παρέκκλιση από τις κανονικές προθεσμίες. Η αιτιολόγηση αυτή απουσιάζει πλήρως, για αυτό η διακήρυξη/απόφαση οφείλει να ακυρωθεί.
Επειδή, υπάρχει όρος αποκλεισμού υποβολής προσφορών, ο οποίος περιορίζει αθέμιτα τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, στην παρ. 2.4.1. προβλέπεται υποχρέωση επιτόπιας επίσκεψης και επικοινωνίας με την αρμόδια υπηρεσία πριν την υποβολή προσφοράς. Ο όρος αυτός, ιδίως σε συνδυασμό με τις επισπευσμένες προθεσμίες και τη διεθνή ανοικτή διαδικασία, μπορεί να λειτουργήσει περιοριστικά για οικονομικούς φορείς εκτός έδρας και απαιτεί ειδική τεκμηρίωση αναγκαιότητας (αναλογικότητα). Ελλείψει τέτοιας τεκμηρίωσης, συνιστά λόγο ακυρότητας της διακήρυξης/απόφασης.
Επειδή, διαπιστώνονται ασάφειες σε δρομολόγια/στελέχωση (συντελεστής κάλυψης οδηγού, εφεδρεία οχημάτων). Συγκεκριμένα, στους πίνακες «Δρομολόγια Αναδόχου» (σελ. 88-95) παρατηρούνται ουσιώδεις ασάφειες, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την κοστολόγηση της υπηρεσίας. Από τη μία γίνεται χρήση διαφορετικών τιμών «συντελεστή κάλυψης οδηγού» (1,50 και 1,83) χωρίς ενιαία, αναλυτική και τεκμηριωμένη μεθοδολογία υπολογισμού του συντελεστή, με αποτέλεσμα να προκύπτουν αποκλίνουσες ανάγκες στελέχωσης και μισθολογικού κόστους. Από την άλλη, οι τεχνικές απαιτήσεις του στόλου οχημάτων εμφανίζονται αντιφατικές ως προς την εφεδρεία, καθώς σε κάποια σημεία αυτών προκύπτει υποχρέωση 9 οχημάτων και ταυτόχρονα 2 εφεδρικών (σύνολο 11), ενώ σε κάποια άλλα σημεία εμφανίζεται μόνο ο αριθμός 9 χωρίς ρητή διευκρίνιση. Οι παραπάνω αντιφάσεις οδηγούν σε μη ενιαία βάση υπολογισμού του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου, υπονομεύοντας τη συγκρισιμότητα των προσφορών και θεμελιώνοντας λόγο ακύρωσης της απόφασης/διακήρυξης.
Επειδή η μελέτη σκοπιμότητας επικαλείται ως βασικό πλεονέκτημα της ανάθεσης την περιβαλλοντική αναβάθμιση μέσω του «εκσυγχρονισμένου/οικολογικού» εξοπλισμού. Παρόλο που στα τεύχη του διαγωνισμού προβλέπονται ήδη συγκεκριμένες ελάχιστες τεχνικές απαιτήσεις (ενδεικτικά κατηγορία εκπομπών, χαμηλό δάπεδο, τηλεματική κ.λπ.), εντοπίζεται ουσιώδης πλημμέλεια στο γεγονός πως η επίκληση της σκοπιμότητας δεν συνοδεύεται από μετρήσιμους δείκτες και κριτήρια (π.χ. ποσοτικοποίηση περιβαλλοντικού οφέλους, στόχοι απόδοσης/ποιότητας, συγκριτικό κόστος–όφελος έναντι εναλλακτικών σεναρίων), ώστε να τεκμηριώνεται αντικειμενικά το προσδοκώμενο όφελος και η αντίστοιχη δαπάνη. Ως εκ τούτου, η αιτιολογία περί «οικολογικού/εκσυγχρονισμένου» στόλου οχημάτων παραμένει γενική και μη ελέγξιμη ως προς το περιβαλλοντικό όφελος, αποδυναμώνοντας την τεχνικοοικονομική τεκμηρίωση της επιλογής ανάθεσης. Για αυτό δύναται η απόφαση/διακήρυξη να ακυρωθεί.
Επειδή, διαπιστώνεται εσφαλμένη νομική παραπομπή και ατελής τεκμηρίωση επί διαδικασίας ανάθεσης της σύμβασης. Συγκεκριμένα, στο Παράρτημα Ι, στο Μέρος Β, αναφέρεται ρητώς πως «η σύμβαση θα ανατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 288 του ν. 4412/2016», το οποίο όμως αφορά ζητήματα υποδιαίρεσης συμβάσεων σε τμήματα (Βιβλίο ΙΙ) και δεν συνιστά καθαυτή νομική βάση ανάθεσης/διαδικασίας. Η εσφαλμένη επίκληση της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό με τα λοιπά ελαττώματα, ενισχύει την εικόνα ατελούς τεκμηρίωσης και νομικής ασάφειας. Για αυτό η απόφαση/διακήρυξη οφείλει να ακυρωθεί.
Επειδή, διαπιστώνεται έλλειψη τεκμηρίωσης και υποκειμενικές εκτιμήσεις σχετικά με τα οικονομικά οφέλη της ενδεχόμενης σύμβασης. Συγκεκριμένα, η μελέτη σκοπιμότητας στηρίζεται σε παραδοχές σχετικές με προβλέψεις εσόδων (ενδεικτικά αναφορά σε περαιτέρω αύξηση 10% για τα έτη 2026–2028) χωρίς να παρατίθεται επαρκής μεθοδολογία υπολογισμού αυτών (σελ.36-37). Η παράλειψη αυτή προσβάλλει την εγκυρότητα της μελέτης σκοπιμότητας και της οικονομικότητας, καθώς οι ως άνω προβλέψεις εσόδων αποτελούν την κρίσιμη βάση αιτιολόγησης για την επιλογή ανάθεσης. Η έλλειψη ειδικής και τεκμηριωμένης αιτιολογίας για τέτοιες κρίσιμες οικονομικές παραμέτρους καθιστά την αιτιολογία της απόφασης/διακήρυξης ελλιπή και για αυτό οφείλει να ακυρωθεί.
Επειδή, από τις Οικονομικές Καταστάσεις – Ισολογισμός του Δήμου Ρόδου (ΡΡΜΜΩ1Ρ-Φ4Ν) προκύπτουν για το Δήμο Ρόδου ενδείξεις σημαντικής δημοσιονομικής πίεσης (έλλειμμα χρήσης και σωρευμένες ζημίες, υψηλές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, υψηλές δανειακές υποχρεώσεις). Υπό τα δεδομένα αυτά, η αναθέτουσα αρχή όφειλε να τεκμηριώσει με αυξημένη πληρότητα και σαφήνεια την επάρκεια και αντιστοίχιση της δημοσιονομικής δέσμευσης (Π.Ο.Υ./πολυετής) προς το πραγματικό οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης. Η ως άνω ανακολουθία Π.Ο.Υ. – Τευχών ως προς το ΦΠΑ και σε συνδυασμό με τις λοιπές ουσιώδεις ασάφειες πλήττει τη νομιμότητα και κανονικότητα της διαδικασίας. Δύναται να θεμελιώσει λόγο ακύρωσης της απόφασης/διακήρυξης.
Επειδή, υπάρχει ουσιώδης ασυνέπεια στη δημοσιονομική τεκμηρίωση της δαπάνης. Συγκεκριμένα στη Βεβαίωση Π.Ο.Υ. (πολυετής) με αριθμ. Πρωτ. 91730-16-12-2025 (ΨΨΩΠ1ΩΡ-Σ7Γ) το συνολικό ποσό 6.434.953,76€ εμφανίζεται ως «συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 24%», ενώ στα τεύχη του διαγωνισμού ο προϋπολογισμός/η εκτιμώμενη αξία συνδέεται με ΦΠΑ 13% (με τα ίδια αριθμητικά ποσά). Η ως άνω αντίφαση ως προς το εφαρμοστέο ποσοστό ΦΠΑ επηρεάζει άμεσα την ορθότητα της εκτιμώμενης αξίας, την επάρκεια και αντιστοίχιση της πολυετούς δέσμευσης, καθώς και την κοστολόγηση – συγκρισιμότητα των προσφορών, τα οποία δύναται να θεμελιώσουν την ακύρωση απόφασης/διακήρυξης.
Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει πως η απόφαση 935/2025 της Δημοτικής Επιτροπής (ΨΥΡ1Ω1Ρ-4Ρ7), βασίζεται σε τεύχη και τεχνικοοικονομική τεκμηρίωση τα οποία εμφανίζουν ουσιώδεις αντιφάσεις, ελλείψεις και ασάφειες, επηρεάζοντας καθοριστικά την κοστολόγηση, τη συγκρισιμότητα των προσφορών και την ορθή εφαρμογή των κανόνων ανάθεσης, κατά παράβαση των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης, της αναλογικότητας, του υγιούς ανταγωνισμού και της χρηστής/οικονομικής διαχείρισης. Ειδικότερα, σωρευτικά: α) υφίστανται αντιφατικές και ελλιπείς διατυπώσεις ως προς το κριτήριο ανάθεσης και τους όρους τιμολόγησης (με ανύπαρκτη παραπομπή), β) διαπιστώνεται μη επαληθεύσιμη – υποκειμενική κοστολόγηση της εναλλακτικής «εκτέλεσης από τον Δήμο» με αόριστες μισθολογικές παραδοχές (ενδεικτικά παραδοχή 2.000€/μήνα ανά υπάλληλο), γ) γίνεται χρήση γενικών – προκαθορισμένων μισθολογικών στοιχείων από αόριστη προηγούμενη διαδικασία χωρίς παράθεση της μεθοδολογίας και της σύνθεσης του ωρομισθίου, γεγονός το οποίο δημιουργεί μη ενιαία βάση κοστολόγησης και αβεβαιότητα για τους συμμετέχοντες, δ) υφίστανται αντικρουόμενοι όροι και ασάφεια ως προς την ένταξη ή μη του κόστους καυσίμων και λιπαντικών στο συμβατικό τίμημα και ως προς την κατανομή της σχετικής οικονομικής επιβάρυνσης μεταξύ Δήμου και αναδόχου, ε) ενσωματώνονται χωρίς ειδική και επαληθεύσιμη τεκμηρίωση οι ποσοστιαίες παραδοχές του διοικητικού κόστους και του εργολαβικού κέρδους (6,5% και 8%, συνολικά 14,5%) με αποτέλεσμα ο προϋπολογισμός να καθίσταται μη ελέγξιμος και δυνητικά στρεβλωτικός ως προς την εκτιμώμενη αξία, στ) η ρήτρα αναπροσαρμογής λόγω κατώτατου μισθού είναι ουσιωδώς ανεπαρκής ως προς το αντικείμενο και τη διαδικασία εφαρμογής της, επιφέροντας στρεβλώσεις στον οικονομικό υπολογισμό και στην κατανομή κινδύνου, ζ) η επίκληση επισπευσμένης προθεσμίας και ο όρος περί υποχρεωτικής επιτόπιας επίσκεψης – επικοινωνίας λειτουργούν σωρευτικά ως περιοριστικά μέτρου του ανταγωνισμού για τη συμμετοχή των υποψηφίων αναδόχων, χωρίς ειδική τεκμηρίωση αναγκαιότητας και αναλογικότητας, η) παρατηρούνται ουσιώδεις ασάφειες στους πίνακες «Δρομολόγια Αναδόχου» ως προς τον συντελεστή της κάλυψης οδηγού και την εφεδρεία του στόλου οχημάτων (9/11), θ) η επίκληση σχετικά με «οικολογικού/εκσυγχρονισμένου» εξοπλισμού ως αιτιολογία της σκοπιμότητας δεν συνοδεύεται από μετρήσιμους δείκτες – κριτήρια και συγκριτική τεκμηρίωση κόστους – οφέλους, ι) διαπιστώνεται εσφαλμένη νομική παραπομπή (άρθρο 288 ν.4412/2016) που ενισχύει την εικόνα της ατελούς τεκμηρίωσης και της νομικής ασάφειας, ια) η μελέτη στηρίζεται σε κρίσιμες παραδοχές σχετικά με προβλέψεις εσόδων (ενδεικτικά αύξηση 10% για τα έτη 2026–2028) χωρίς επαρκή μεθοδολογία υπολογισμού, και ιβ) υφίσταται ουσιώδης ασυνέπεια στη δημοσιονομική τεκμηρίωση ως προς το εφαρμοστέο ποσοστό ΦΠΑ μεταξύ Π.Ο.Υ. και τευχών, με άμεση επίδραση στην εκτιμώμενη αξία, στην αντιστοίχιση/επάρκεια της πολυετούς δέσμευσης και στη συγκρισιμότητα των προσφορών.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους
Και για όλα όσα τυχόν κληθώ επιπλέον να διευκρινίσω
αιτούμαι:
- την ακύρωση της με αριθμό 935/2025 απόφασης Δημοτικής Επιτροπής Δήμου Ρόδου (Αριθμός Δημοσίευσης Απόφασης (ΑΔΑ) ΨΥΡ1Ω1Ρ-4Ρ7), αναρτηθείσας στο διαδίκτυο (ΔΙΑΥΓΕΙΑ) την 16η Δεκεμβρίου 2025.
- την ακύρωση κάθε συναφούς Πράξης ή Παράλειψης των Οργάνων Διοίκησης του Δήμου Ρόδου.
Ρόδος, 29/12/2025
Discover more from Εργατική Πρωτοπορία Δήμου Ρόδου
Subscribe to get the latest posts sent to your email.