Ρόδος, 05/07/2026
Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση και το άρθρο 103 επαναφέρει ένα φλέγον και διαχρονικό ζήτημα. Πως χιλιάδες συμβασιούχοι σε Δημόσιο, δήμους, σχολεία, νοσοκομεία, δομές πρόνοιας, προγράμματα ΕΣΠΑ και υπηρεσίες καθαριότητας καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά παραμένουν σε καθεστώς διαρκούς ομηρίας. Είναι εργαζόμενοι, οι οποίοι κάθε χρόνο αναμένουν παρατάσεις, τροπολογίες, δικαστικές αποφάσεις, νέους διαγωνισμούς. Το κράτος συνεχίζει να τους αντιμετωπίζει ως αναλώσιμους και ομήρους, ενώ αυτοί κρατούν όρθιες τις δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες. Δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε το ποιοι δημιούργησαν, ψήφισαν, υπερασπίστηκαν και αξιοποίησαν αυτό το θεσμικό πλαίσιο, ούτε και το ποιοι μετέτρεψαν αυτό σε προεκλογικό σκηνικό και μετά εξαφανίστηκαν από τον οργανωμένο αγώνα.
Η συνταγματική απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου δεν έπεσε από τον ουρανό. Θεσπίστηκε και θωρακίστηκε από τις κυβερνήσεις, οι οποίες υπηρέτησαν τη λογική του «ευέλικτου» Δημοσίου, με μικρό πυρήνα μονίμων, υποστελέχωση, εργολαβίες και διαρκή ανακύκλωση συμβασιούχων. Το ΠΑΣΟΚ, επί κυβέρνησης Σημίτη στην αναθεώρηση του 2001, έβαλε τη συνταγματική θηλιά με πρόσχημα τη διαφάνεια και την αξιοκρατία. Αντί να χτυπηθεί η κομματική πολιτική με τα ρουσφέτια των κομμάτων και των βουλευτών του πολιτικού συστήματος, χτυπήθηκε το δικαίωμα στη σταθερή εργασία των εργαζομένων. Η Νέα Δημοκρατία υπήρξε βασικός πυλώνας αυτής της πολιτικής. Ψήφισε και στήριξε την απαγόρευση. Κυβέρνησε με περικοπές, συρρίκνωση υπηρεσιών, διαθεσιμότητες και απολύσεις. Σήμερα επιδιώκει να αξιοποιήσει τη νέα αναθεώρηση για να χτυπήσει περαιτέρω τη μονιμότητα, συνδέοντάς την με αξιολόγηση και πειθαρχικό έλεγχο, ώστε να ανοίξει το δρόμο σε απολύσεις και σε πλήρη υποταγή των δημοσίων υπαλλήλων στις πολιτικές και στις «κομπίνες» της. Επιθυμεί ένα Δημόσιο φτηνό για το κράτος, ακίνδυνο για την εργοδοτική αυθαιρεσία και ακριβό για τους πολίτες, με λιγότερους μόνιμους και αορίστου χρόνου, με περισσότερους συμβασιούχους – ομήρους και πρωτίστως με διασπάθιση δημοσίου χρήματος σε ιδιώτες και εργολάβους.
Ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει βαρύτατη ευθύνη. Το 2019, ενώ κυβερνούσε, δεν έφερε ως δική του δέσμευση την άρση της συνταγματικής απαγόρευσης και τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων. Αντί καθαρής λύσης, άφησε παρατάσεις, δικαστική αναμονή και εργαζόμενους εγκλωβισμένους στην ανασφάλεια. Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, το οποίο σήμερα εμφανίζεται ως θεσμική αντιπολίτευση, δεν μπορεί να παριστάνει τον ουδέτερο παρατηρητή. Κυβέρνησε, συγκυβέρνησε, στήριξε τις μνημονιακές πολιτικές, διέλυσε τις δημόσιες υπηρεσίες και δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά το πλαίσιο της ομηρίας. Όλα τα κόμματα έχουν πολιτική ευθύνη, καθώς έβαλαν πλάτη στη διατήρηση της συνταγματικής απαγόρευσης και στη νομιμοποίηση της εργασιακής εκμετάλλευσης των συμβασιούχων, οι οποίοι εξαρχής κάλυπταν τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Είναι συνένοχοι στο «έγκλημα»! Όταν ένας εργαζόμενος καλύπτει για χρόνια στην ίδια θέση ή θέση με πάγιες και διαρκείς ανάγκες, τότε δεν μιλάμε για «έκτακτη» ανάγκη αλλά για μόνιμη, την οποία το κράτος βαφτίζει προσωρινή/παροδική για να τον κρατά φτηνό και ελεγχόμενο από το κομματικό και πολιτικό σύστημα.
Η σημερινή κατάσταση είναι ένα διαχρονικό και προμελετημένο «έγκλημα». Πρώτα μειώθηκαν οι μόνιμες προσλήψεις, μετά καταργήθηκαν οργανικές θέσεις, έπειτα επιβλήθηκαν μνημονιακοί περιορισμοί, γέμισαν οι υπηρεσίες με προγράμματα και εργολάβους, χαρακτηρίστηκαν οι ανάγκες «έκτακτες» και η απαγόρευση του Συντάγματος έγινε το άλλοθι για να αποκλείεται η μονιμοποίηση. Τώρα επιδιώκεται επιπλέον και το χτύπημα ακόμη και στη μονιμότητα των όσων απέμειναν, πίσω από τα μεγάλα λόγια περί αξιοκρατίας και εκσυγχρονισμού.
Όμως, οι ευθύνες δεν είναι μόνο των κυβερνήσεων. Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις, οι οποίες διαχειρίστηκαν το ζήτημα με κομματική σκοπιμότητα έχουν εξίσου βαρύ απολογισμό. Το ΠΑΜΕ, η ΔΑΣΟΤΑ και η ΔΑΣ ΑΔΕΔΥ εμφανίζονται σήμερα ως καταγγέλλοντες, αλλά το ερώτημα είναι τι έκαναν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Το 2019 οργάνωσαν μια μεγάλη κινητοποίηση με αίτημα την άρση της συνταγματικής απαγόρευσης. Ήταν ένα δίκαιο αίτημα, το οποίο όμως λειτούργησε αντικειμενικά ως προεκλογική φιέστα. Μια στιγμή κομματικής ψηφοθηρίας και όχι αφετηρία ανυποχώρητου, μακρόχρονου αγώνα. Μετά τις εκλογές, το ζήτημα δεν έγινε σταθερό κέντρο αγώνα. Δεν υπήρξε πανελλαδικό σχέδιο κλιμάκωσης, ούτε οργάνωση των συμβασιούχων ανά κλάδο, ούτε συγκρότηση Επιτροπών Αγώνα, ούτε σύγκρουση μέχρι τέλους με τις δημοτικές αρχές και τις κυβερνήσεις. Το αίτημα έμεινε και παραμένει στις επετειακές ανακοινώσεις και τις κομματικές αναφορές, ενώ οι συμβασιούχοι συνέχισαν να εργάζονται με παρατάσεις, να απολύονται και να τρέχουν στα δικαστήρια.
Η ΔΑΣ και το ΠΑΜΕ δεν μπορούν να εμφανίζονται σαν να ξεκινούν από λευκό χαρτί. Κατήγγειλαν σωστά την κυβέρνηση, αλλά δεν οργάνωσαν πραγματικό εργατικό κίνημα των συμβασιούχων. Επέλεξαν να αναδεικνύουν το ζήτημα μόνο όταν ταίριαζε στον πολιτικό σχεδιασμό τους, χωρίς να το κρατούν ανοιχτό με επιμονή και σύγκρουση σε κάθε χώρο εργασίας. Δεν θέλησαν να ενώσουν όλους τους εργαζόμενους πάνω στο καθαρό αίτημα της μονιμοποίησης όλων χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Οι εργαζόμενοι δεν είναι ιδιοκτησία του κόμματος, ούτε εκλογική δεξαμενή για αφίσες και πανό. Ξέρουν ποιοι τους χρησιμοποίησαν, ποιοι τους υποσχέθηκαν και ποιοι τους ξαναθυμήθηκαν σήμερα, εντός της προεκλογικής περιόδου και πάλι μόνο για τους ψήφους.
Η δική μας θέση είναι καθαρή. Καμία συνταγματική αναθεώρηση που χτυπά τη μονιμότητα. Καμία σύνδεση της εργασιακής ασφάλειας με αξιολόγηση και πειθαρχικά φίλτρα. Καμία αποδοχή πως οι πάγιες ανάγκες καλύπτονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Καμία εμπιστοσύνη σε κυβερνήσεις και κόμματα, τα οποία έχτισαν την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση στις πλάτες της εργασιακής ομηρίας. Καμία ανοχή σε συνδικαλιστικές παρατάξεις, οι οποίες μετατρέπουν το αίτημα σε ευκαιριακό σύνθημα.
Απαιτούμε εδώ και τώρα: Άρση κάθε συνταγματικής απαγόρευσης, η οποία εμποδίζει τη μετατροπή ή την αναγνώριση των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου. Μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων με αυτοδίκαιη αναγνώριση ως ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς διαγωνισμούς/σφαγεία και μοριοδοτήσεις, οι οποίες τους σπρώχνουν στην ανεργία. Κατάργηση για όλους των διατάξεων του ν. Βορίδη και του ν. Λιβάνιου (Κώδικας) σχετικά με άσκηση ένδικων μέσων κατά των εργαζομένων και την παραίτηση από δίκη. Κατάργηση των πειθαρχικών απειλών σε αιρετούς, οι οποίοι με αποφάσεις τους δεν στρέφονται κατά του δικαιώματος της μόνιμης και σταθερής εργασίας. Μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού σε όλες τις δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες. Κατάργηση των εργολαβιών, των ελαστικών μορφών εργασίας και των προγραμμάτων – ομηρίας. Σταθερή εργασία με πλήρη εργασιακά, ασφαλιστικά και μισθολογικά δικαιώματα για όλους, χωρίς εξαιρέσεις.
Αυτός ο αγώνας δεν ανατίθεται σε κυβερνήσεις, κόμματα ή συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι οποίες θυμούνται το ζήτημα όποτε τους βολεύει η συγκυρία. Πρέπει να γίνει υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων. Με Γενικές Συνελεύσεις σε κάθε Δήμο, με Επιτροπές Αγώνα συμβασιούχων και μονίμων και συντονισμό από τα κάτω, με αποφάσεις σωματείων που δεν μένουν στα λόγια, με απεργιακή κλιμάκωση και με πολιτική πίεση παντού. Απαιτούμε να πάρουν θέση όλοι για τις ευθύνες τους στο «έγκλημα»: κυβέρνηση, κόμματα, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, ομοσπονδίες, σωματεία, παρατάξεις.
Δεν υπάρχει ουδέτερη στάση. Όποιος δεν στηρίζει καθαρά και με πράξεις τη μονιμοποίηση όλων χωρίς όρους και προϋποθέσεις, στηρίζει την συνέχιση της ομηρίας. Όποιος μιλά για αξιοκρατία, αλλά δέχεται να αποκλείονται εργαζόμενοι με προϋπηρεσία ετών, στηρίζει την αδικία. Όποιος επικαλείται ρεαλισμό, αλλά ανέχεται υπηρεσίες με προσωπικό-λάστιχο, στηρίζει την κυβερνητική πολιτική. Και όποιος χρησιμοποιεί το αίτημα ως σύνθημα μιας ημέρας και μετά εξαφανίζεται, υπηρετεί το σύστημα που υποτίθεται καταγγέλλει. Μέσα σε αυτούς και η ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ, η οποία στην Βουλή αποδέχτηκε πλήρως το κυβερνητικό αφήγημα της συνταγματικής απαγόρευσης. Όμως, οι συμβασιούχοι δεν ζητούν χάρη ούτε εξαίρεση, ζητούν την αναγνώριση της πραγματικότητας, πως εξ αρχής με την αρχική τους σύμβαση καλύπτουν τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες των φορέων τους στο Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Για αυτό και δικαιούνται την μόνιμη και σταθερή εργασία χωρίς εξαιρέσεις.
Τίποτα από το 2001 μέχρι και σήμερα, δεν ξεχάστηκε. Οι ευθύνες ΝΔ, ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ και όσων αρνήθηκαν την άρση της συνταγματικής απαγόρευσης δεν ξεπλένονται. Η υποκρισία του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ/ΔΑΣ, που έστησαν προεκλογικό σκηνικό και δεν οργάνωσαν τον αγώνα μέχρι τέλους, δεν κρύβεται πίσω από νέες ψευδεπίγραφες ανακοινώσεις. Πρόσφατα, πέταξαν στα σκουπίδια το αίτημα της νομοθετικής ρύθμισης για τους εργαζομένους στα ΕΣΠΑ και συμβιβάστηκαν με την πρόταση της κυβέρνησης και την συνταγματική απαγόρευση. Όμως, η μονιμοποίηση όλων τους χωρίς όρους και προϋποθέσεις κυρίως μέσα από αγώνες ξεπερνά τις απαγορεύσεις και τις κομματικές υποχωρήσεις. Είναι δικαίωμα. Είναι ζήτημα ζωής, αξιοπρέπειας και υπεράσπισης των δημόσιων υπηρεσιών. Όχι άλλη αναμονή, όχι άλλη κοροϊδία, όχι άλλη ομηρία. Μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους. Κάτω τα χέρια από τη μονιμότητα, κάτω τα χέρια από όλους τους εργαζόμενους.
Discover more from Εργατική Πρωτοπορία Δήμου Ρόδου
Subscribe to get the latest posts sent to your email.